Showing posts with label translation. Show all posts
Showing posts with label translation. Show all posts

Sunday

[white spring] by Lisa Olstein

Εργάζομαι πάνω σ’ ένα δείγμα τόσο χλωμό, είναι σαν ν’ ατενίζω το χιόνι απ’ την πλώρη ενός πλοίου μες στην ομίχλη. Χάνω την επαφή με τα πράγματα – τη σύνδεση του φτερού, τη λεπτή τρίχα – λες και το ίδιο το λεπιδόπτερο εξαφανίζεται, μένει ωστόσο εμπρός μου το κενό. Ή, στη γύμνια του, οι λεπτές διαφορές αίφνης μεγεθύνονται: η πολύ απαλή σκιά πιο φωτεινή στο λευκό αρχίζει ν’ αναπνέει με μιαν αυστηρότητα που καθηλώνει ώστε και μόνο η σκέψη του χρώματος τρομάζει. Έχει χιονίσει και το βράδυ είναι μπλε. Οι βοσκοί μοιάζουν με σημαδούρες, με υδρόβια μακρύποδα σε πολύ βαθιά νερά. Θα πρέπει να κολυμπήσουν να βγουν στην ακτή. Τ’ άλογά τους είναι υπομονετικά. Τους αρέσει να οδηγούνται απ’ το παχνί τους. Τους αρέσει ν’ ακονίζουν τα δόντια τους στην πύλη. Θα στέκονται, γόνατα κλειδωμένα, με τις ώρες.

[white spring] by Lisa Olstein

white spring moth

Αφιερωμένο στη Μαρία και για όλους μια ευχή:
Ας ξεκλειδώσουμε τη βούλησή μας για ζωή.

The Long Way Through the Chairs, by M. Travis Lane

Το Μακρύ Ταξίδι Μέσ’ απ’ τις Καρέκλες


"still & curved" phot@rt by Aeglie
Η γάτα ξεκινά το μακρύ ταξίδι μέσ’ απ’ τις καρέκλες,
ασκίαστο κέντημα κίνησης, μετά
τη γραμμή ανάμεσα
δυο βελονιές, κρυφή, διακριτική, περίπλοκη.

Η απόλυτη αίσθηση ευχαρίστησης της διαδρομής
είναι ένα είδος σπάνιας ποίησης
που κάνει το ταξίδι πιο απολαυστικό
απ’ όπου ποτέ βρεθεί.

Είναι επίσης ένα είδος ζωής
αρετή της δεν είναι κάποιος ήσυχος χώρος
κουλουριασμένη στη θέρμη του αγκώνα σου, νύχτες,
ούτε αυτό που ξαπλώνει σαν μελάνι στο χαρτί, που ψεύδεται,

αλλά η αλήθεια
που ατέλειωτα εναλλάσσεται,
κρυφή, διακριτική, περίπλοκη, κίνηση
η απόλυτη απόλαυση

M. Travis Lane


Yellow Bowl, by Rachel Contreni Flynn

Κίτρινο Μπολ

Αν το φως χύνεται σα νερό
μες στην κουζίνα όπου λικνίζομαι
με τα κουρασμένα παιδιά μου,

αν το χαλάκι στα πόδια μας
είναι υφασμένο μ’ έντονα λουλούδια,
και το κίτρινο μπολ στο τραπέζι

αναπαύεται με το γλυκό βάρος
των φρούτων, ζεστά απ’ τον ήλιο δαμάσκηνα,
αν το κορμί μου γέρνει πάνω απ’ τα μωρά,

κι αν τραγουδώ,
τότε η μοναξιά χάνει το σχήμα της,
κι αυτή η ησυχία είναι απλά ησυχία.

Aesthetic, by Lionel Kearns

Αισθητική

Σε αγγίζει εκεί, σε αγγίζει ακριβώς
εκεί, ώστε ακινητείς, και για μια στιγμή
ενώ ένα ισχνό ηλεκτρικό ρεύμα διατρέχει
τη ραχοκοκαλιά σου και μουδιάζει τα σπλάχνα σου
ξέρεις ότι είσαι ζωντανός. Η τέχνη δεν είναι
κάτι εντός ή εκτός της ζωής. Είναι
μάλλον η μορφή που παίρνει μερικές φορές η ζωή,
σαν ένα ραβδί με τη μια άκρη ακονισμένη,
αιχμηρή.

Thursday

Child, by Sylvia Plath

Το παιδί

Το καθαρό σου βλέμμα είναι το μόνο απόλυτα όμορφο πράγμα.
Θέλω να το γεμίσω χρώμα και πάπιες,
Το ζωολογικό κήπο του καινούργιου

Που τ’ όνομά του συλλογίζεσαι -
Χιονολούλουδο του Απρίλη, ινδιάνικη πίπα,
Μικρό

Βλαστάρι χωρίς ρυτίδα,
Λίμνη μες στην οποία τα είδωλα
Πρέπει να ‘ναι μεγάλα και κλασσικά

Όχι αυτό το ανήσυχο
Σφίξιμο των χεριών, αυτό το σκοτεινό
Ταβάνι δίχως έν’ αστέρι.

child, by Sylvia Plath

Sylvia Plath, by roadartist

Tuesday

Snow, by Louise Gluck

Χιόνι Τέλη Δεκέμβρη: ο πατέρας μου κι εγώ πηγαίνουμε στη Νέα Υόρκη, στο τσίρκο. Με κρατά στους ώμους του στον τσουχτερό αέρα: κομματάκια λευκό χαρτί αιωρούνται πάνω απ’ τις ράγες. Στον πατέρα μου αρέσει να στέκει έτσι, να με κρατά ώστε να μη με βλέπει. Θυμάμαι καθώς κοιτάζω ευθεία μπροστά τον κόσμο που βλέπει ο πατέρας μου, μάθαινα ν’ αφομοιώνω το κενό του, πυκνό το χιόνι δεν πέφτει, στροβιλίζεται γύρω μας.

Thursday

To Every Thing There is a Season, by Alistair MacLeod

Κάθε Πράγμα Έχει την Ώρα του

Θα σας μιλήσω εδώ για τον καιρό που ήμουν έντεκα χρονών και ζούσα με την οικογένειά μου στο μικρό μας αγρόκτημα στη δυτική ακτή του Κέιπ Μπρέτον. Η οικογένειά μου ήταν εκεί για πολύ, πολύ καιρό κι εγώ επίσης. Είναι εκείνος ο καιρός που μοιάζει με το παροιμιώδες άλλοτε. Χριστούγεννα του 1977 τώρα και, καθώς μιλώ, δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο μιλώ με τη φωνή μου εκείνου του καιρού ή με τη φωνή του ανθρώπου που έχω γίνει από τότε. Ούτε είμαι σίγουρος για τις ελευθερίες που παίρνω καθώς περιγράφω το αγόρι που νομίζω ότι ήμουν. Γιατί τα Χριστούγεννα είναι καιρός και για τα δυο, για το παρελθόν και το παρόν, τα οποία συχνά δεν ταιριάζει να συνδυάζονται. Μα καθώς πορευόμαστε μέσα στο τώρα κοιτάζουμε πίσω κάθε τόσο.

Μας φαινόταν ότι θα περιμέναμε για πάντα. Πράγματι, η αναστάτωση είχε αρχίσει απ’ το Χαλογουήν, όταν έπεσε το πρώτο χιόνι και μας βρήκε να βαδίζουμε τυλιγμένοι στις μεταμφιέσεις μας σε σκοτεινούς επαρχιακούς δρόμους. Οι μεγάλες νιφάδες ήταν μαλακές κι αναζωογονητικές τότε και θα ‘λεγες γενναιόδωρες, κι η γη όπου έπεφταν ήταν ακόμα ζεστή κι από καιρό ξεπαγωμένη. Έπεφταν ήσυχα μέσα στις λιμνούλες και στη θάλασσα όπου εξαφανίζονταν τη στιγμή ακριβώς που ακουμπούσαν. Εξαφανίζονταν, επίσης, μόλις άγγιζαν τους αναψοκοκκινισμένους σβέρκους και τα χέρια μας ή τα πρόσωπα εκείνων που δε φορούσαν μάσκες. Κουκουλωμένοι τις μαξιλαροθήκες μας, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι, χτυπούσαμε τις πόρτες για να γίνουμε σιλουέτες στο φως που έβγαινε απ’ τις κουζίνες (λευκές μαξιλαροθήκες πάνω από λευκά ρούχα). Το χιόνι έπεφτε ανάμεσα σ’ εμάς και τις πόρτες και μεταμορφωνόταν σε χρυσόφεγγες αχτίδες. Καθώς γυρίζαμε να φύγουμε, έπεφτε πάνω στα χνάρια μας και, όσο κυλούσε η νύχτα, τα ‘σβηνε μαζί με όλα τα σημάδια των κινήσεών μας. Το πρωί όλα ήταν μαλακά και ήσυχα κι ο Νοέμβρης είχε φτάσει.
Ο αδελφός μου Κέννεθ είναι δυόμισι χρονών και σίγουρα δε θυμάται τα τελευταία του Χριστούγεννα. Είναι το Χαλογουήν που προβάλει στη μνήμη του ως το εξαιρετικό γεγονός για να μείνεις ξύπνιος ως αργά στη μαγική νύχτα που ρίχνει χιόνι. ‘‘Ποιος θα ντυθεί Χριστούγεννα;’’ ρωτάει. Εγώ θα ντυθώ χιονάνθρωπος.’’ Όλοι γελάμε και του λέμε ότι δε χρειάζεται να μεταμφιεστεί κι ότι αρκεί να είναι καλό παιδί για τον βρει ο Άγιος Βασίλης. Καταπιανόμαστε με τα καθημερινά και περιμένουμε.
Κι εγώ είμαι κάπως προβληματισμένος με τον Άγιο Βασίλη αν και προσπαθώ να προσκολληθώ σ’ αυτόν με κάθε τρόπο. Βέβαια, έχω πια μεγαλώσει και δεν πιστεύω ότι υπάρχει στ’ αλήθεια, ελπίζω όμως με όλη μου τη δύναμη να υπάρχει. με τον ίδιο τρόπο, νομίζω, που ο ναυαγός κουνά απεγνωσμένα το χέρι του στα φώτα του περαστικού πλοίου μες στο βαθύ σκοτάδι του πελάγους. Γιατί, χωρίς τον Άγιο Βασίλη, ή χωρίς το πλοίο, η εύθραυστη ζωή μας θα κυλούσε ακόμα πιο απελπισμένη.
Η μητέρα μου ήταν αρκετά υπομονετική με την προσπάθειά μου να το παρατείνω. Μάλλον επειδή το είχε κι άλλοτε αντιμετωπίσει. Κάποτε την είχα ακούσει να μιλά για την αδελφή μου Ανν σε μια απ’ τις γειτόνισσες. ‘‘Νομίζω ότι η Ανν θα πιστεύει στον Άγιο Βασίλη για πάντα’’ έλεγε. ‘‘Μάλλον πρέπει να της εξηγήσω.’’ Κατά κάποιον τρόπο ευχόμουν να μην την είχα ακούσει να λέει κάτι τέτοιο καθώς γυρεύω καταφύγιο κι ενίσχυση έστω και στην άγνοια που ξέρω ότι δε θα τολμούσα να εμπιστευτώ.
Ο Κέννεθ όμως πιστεύει μ’ εκείνη την καθάρια παιδική θέρμη, το ίδιο κι ο Μπρους κι ο Μπάρυ, οι εξάχρονοι δίδυμοι. Πριν από μένα είναι η Ανν δεκατριών χρονών κι η Μαίρη δεκαπέντε, που κι οι δυο αφήνουν πολύ γρήγορα πίσω τους την παιδική ηλικία. Η μητέρα μας έχει πει ότι ήταν ήδη παντρεμένη στα δεκαεπτά της, δηλαδή μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη απ’ τη Μαίρη. Αυτό, επίσης, μου φαίνεται παράξενο όταν το συλλογίζομαι, αλλά ίσως η παιδική ηλικία να είναι μικρότερη για κάποιους απ’ ό,τι για άλλους. Το σκέφτομαι καμιά φορά τα βράδια όταν, αφού έχουμε τελειώσει τις δουλειές μας και τα πιάτα του δείπνου έχουν πλυθεί και σκουπιστεί κι όλα είναι στη θέση τους, καθόμαστε για τη μελέτη μας. Ρίχνω μια πλάγια ματιά στη μητέρα μου, που πάντα έχει κάτι να ράψει ή να μαντάρει, και στον πατέρα μου, που συνήθως κάθεται πλάι στη σόμπα και βήχει ήσυχα κρατώντας το μαντήλι του στο στόμα. Δεν είναι καλά, περισσότερο από δυο χρόνια τώρα και δυσκολεύεται ν’ αναπνεύσει όταν προχωρά έστω και λίγο γρηγορότερα από το πιο αργό περπάτημα. Είναι εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όλους τη λαχτάρα μου να συνεχίσω να πιστεύω και λέει ότι οφείλουμε να αφοσιωνόμαστε στα καλά πράγματα στη ζωή μας για όσο περισσότερο μπορούμε. Καθώς τον κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου, σκέφτομαι ότι δεν θα μπορεί για πολύ ακόμα. Είναι σαράντα δύο χρονών κι έχει γεράσει.
Αλλά τα Χριστούγεννα, παρ’ όλες τις αβεβαιότητες που προβάλλουν σε διαφορετικές ηλικίες, είναι μια ωραία και λαμπρή γιορτή. Και τώρα που περνάμε τα μέσα του Δεκέμβρη οι προσδοκίες μας κορυφώνονται ενώ η παγωνιά που καλύπτει τα πάντα γύρω μας μεγαλώνει. Ο ωκεανός είναι ακύμαντος και ήρεμος και κατά μήκος της ακτής, οι τεχνητοί ορμίσκοι είναι γεμάτοι λασπόχιονο. Το ρυάκι που κυλά κοντά στο σπίτι μας έχει σχεδόν εντελώς παγώσει και μόνο ένα μικρό αυλάκι βιαστικό νερό βλέπουμε να τρέχει στο κέντρο. Όταν βγάζουμε τα βόδια να ξεδιψάσουν, ανοίγουμε τρύπες με το τσεκούρι στην άκρη του ρυακιού ώστε να μπορέσουν να πιουν δίχως να κινδυνέψουν στον πάγο.
Τα πρόβατα μπαινοβγαίνοντας στο πρόχειρο καταφύγιό τους, χτυπούν ανήσυχα τα πόδια τους ή συνωστίζονται πολλά μαζί σε παρα-στριμωγμένες παρέες. Το έριο συνωμοτεί κατά του ψύχους. Οι κότες κουρνιάζουν ψηλά στο κοτέτσι με τα φτερά τους φουσκωμένα γύρω τους, νιώθοντας ότι δεν αξίζει τον κόπο να κατέβουν στο πάτωμα για να τσιμπολογήσουν λίγους σπόρους. Το γουρούνι, που λίγος καιρός απομένει ως τη σφαγή του, σκληρίζει από δυσαρέσκεια για το κρύο και με το ρύγχος του πετά την ξύλινη ταΐστρα του ψηλά στον παγωμένο αέρα. Το όμορφο νεαρό άλογο ξύνει με το πόδι το μαδέρι στο στάβλο του και ροκανίζει τον ξύλινο φράχτη στο παχνί του.
Έχουμε τοποθετήσει ένα προστατευτικό φράγμα από κλαδιά ερυθροέλατου έξω απ’ την πόρτα της κουζίνας και γύρω από το σπίτι με διάφορα κλαδιά και στρώσεις φύκια. Ωστόσο, το νερό που αφήνουμε στον κουβά της βεράντας έχει παγώσει ως το πρωί και πρέπει να το σπάσουμε με το σφυρί. Τα ρούχα που απλώνει η μητέρα στο σχοινί παγώνουν σχεδόν αμέσως κι ανεμίζουν και τρίζουν κρεμασμένα απ’ τα μανταλάκια τους σαν κομμάτια αποσυναρμολογημένα ρομπότ: τριζοβολούν τα παντελόνια με άκαμπτα πόδια και τα πουκάμισα και τα πουλόβερ με ανοιχτά τ’ αλύγιστα μανίκια τους. Το πρωί κατεβαίνουμε τρέχοντας από τα παγωμένα υπνοδωμάτια ν’ αποτελειώσουμε το ντύσιμο μας κοντά στη σόμπα της κουζίνας.
Αν εξαπλώναμε την παγωνιά μας μισή ήπειρο μακριά ως τις Μεγάλες Λίμνες του Οντάριο, μπορεί να συντομεύαμε τον Χριστουγεννιάτικο ερχομό του μεγαλύτερου αδελφού μας Νηλ. Είναι δεκαεννιά χρονών κι εργάζεται στα πλοία της λίμνης, τα μακριά κι επίπεδα μεταφορικά μέσα δημητριακών και μεταλλευμάτων σιδήρου που διακόπτουν οποιαδήποτε μέρα μετά τις 10 του Δεκέμβρη, ανάλογα με τις συνθήκες του πάγου. Ευχόμαστε να κάνει κρύο, παγωνιά στις Μεγάλες Λίμνες του Οντάριο και να ‘ρθει στο σπίτι όσο γίνεται πιο γρήγορα. Στο μεταξύ οι κούτες του έχουν φτάσει. Έρχονται από διαφορετικά μέρη: Κόμπουργκ, Τορόντο, Σαιντ Κάθρινς, Γουέλαντ, Γουίντσορ, Σάρνια, Σωλτ Σαιντ Μαρύ. Μέρη στα οποία εμείς, με εξαίρεση τον πατέρα μου, δεν έχουμε πάει. Τα εντοπίζουμε μ’ ενθουσιασμό στο χάρτη, ακολουθώντας τη διαδρομή με τ’ ανυπόμονα δάχτυλά μας. Οι κούτες φέρουν την επιγραφή των Καναδικών Ατμοπλοϊκών Γραμμών και το σκοινί τους είναι δεμένο σ’ έναν περίπλοκο ναυτικό κόμπο. Η μητέρα λέει ότι περιέχουν τα ‘ρούχα’ του και δεν μας επιτρέπει να τ’ ανοίξουμε.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε την ώρα ή τον τρόπο του ερχομού του. Αν η λίμνη παγώσει νωρίς, θα ‘ρθει με το τραίνο που είναι φθηνότερο. Αν η λίμνη μείνει ανοιχτή ως τις 20 Δεκεμβρίου, θα πάρει το αεροπλάνο γιατί ο χρόνος θα του είναι πιο πολύτιμος από τα χρήματα. Θα κάνει με ωτοστόπ τα τελευταία εξήντα ή εκατό μίλια απ’ το σταθμό ή το αεροδρόμιο. Από την πλευρά μας δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα παρά να ακούμε με τεντωμένα αυτιά στο ραδιόφωνο τα νέα για τον καιρό και τον πάγο από ‘κεί μακριά. Ο ερχομός του εξαρτάται από τόσο πολλούς παράγοντες εκεί έξω τόσο μακριά από μας πάνω στους οποίους δεν έχουμε κανέναν έλεγχο.
Οι μέρες περνούν σε μια πυρετώδη βραδύτητα ως που τελικά στις 23 Δεκέμβρη το πρωί ένα παράξενο αυτοκίνητο στρίβει στην αυλή μας. Η μητέρα ακουμπά το χέρι στα χείλη της και ψιθυρίζει ‘‘Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου.’’ Ο πατέρας σηκώνεται με δυσκολία από την καρέκλα του να κοιτάξει απ’ το παράθυρο. Ο πολυαγαπημένος τους γιος και ο σπουδαίος μεγάλος αδελφός μας επιτέλους είναι ‘δω. Είναι ‘δώ με τα κόκκινα μαλλιά του και τα γένια κι ακούμε το εγκάρδιο γέλιο του. Είναι η χαρά κι η δύναμη κι η σιγουριά για όλους μας.
Είναι άλλοι τρεις νέοι μαζί του που του μοιάζουν πολύ. Είναι κι αυτοί από τα πλοία και πηγαίνουν για τα σπίτια τους στη Νέα Γη. Έχουν να οδηγήσουν ακόμα εκατό μίλια ως να φτάσουν στο φεριμπότ του Βόρειου Σίντνευ. Το αυτοκίνητο είναι πολύ παλιό. Το αγόρασαν στο Θόρολντ για διακόσια δολάρια γιατί ήταν πολύ αργά για να βρουν εισιτήρια κι οδήγησαν ως εδώ χωρίς στάση αφότου ξεκίνησαν. Βόρεια, στο Νέο Μπράνσγουικ, χάλασαν οι υαλοκαθαριστήρες τους, μα αντί να σταματήσουν έδεσαν μακρύ σπάγκο στις άκρες τους και τον πέρασαν μέσα από τα μπροστινά παράθυρα. Από εκείνη την ώρα, όποτε συναντούσαν χιονόπτωση, ένας απ’ αυτούς τραβούσε τo σπάγκο πίσω – μπρος ώστε να λειτουργούν οι υαλοκαθαριστήρες. Τα νέα βγαίνουν με κούραση μα κι ενθουσιασμό απ’ τα χείλη τους κι εμείς τους ακούμε αχόρταγα. Ο πατέρας τους σερβίρει ρούμι ενώ η μητέρα βγάζει τις τάρτες και τα κέικ φρούτων που έχει προσεχτικά φυλαγμένα. Ακουμπάμε στα έπιπλα ή στις πόρτες και τους κοιτάζουμε. Θέλουμε ν’ αγκαλιάσουμε τον αδελφό μας μα ντρεπόμαστε μπροστά στους ξένους. Στη ζεστασιά της κουζίνας οι νέοι γέρνουν το κεφάλι κι ελαφροκοιμούνται, ως που ξάφνου το κεφάλι τους πέφτει πάνω στο στήθος. Σκουντούν ο ένας τον άλλο στο πόδι σε μια προσπάθεια να κρατηθούν ξυπνητοί. Δε θα μείνουν να ξεκουραστούν παρότι έχουν κάνει μακρύ δρόμο, γιατί αύριο είναι Παραμονή Χριστουγέννων κι εκτάσεις από στεριά και θάλασσα είναι ακόμα ανάμεσα σ’ αυτούς και τους αγαπημένους τους. Μόλις φύγουν ορμάμε στον αδελφό μας μ’ αγκαλιές κι ερωτήσεις. Γελά και φωνάζει και μας σηκώνει ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του και μας κουνά πέρα δώθε με τα δυνατά του μπράτσα. Παρόλη τη χαρά του, φαίνεται να τον ξαφνιάζει η όψη του πατέρα. έχει να τον δει απ’ το Μάρτιο. Ο πατέρας απλώς του χαμογελά, ενώ η μητέρα δαγκώνει τα χείλη της.
Τώρα που εκείνος είναι ‘δω είναι τόσα πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν. Έχουμε αφήσει όλα όσα μπορούσαμε για την ώρα που θα ήταν μαζί μας. Ανυπομονώ να του δείξω το έλατο στο λόφο που από μήνες έχω βάλει στο μάτι και θαυμάζω πόσο εύκολα το ρίχνει κάτω και το μεταφέρει στο σπίτι. Πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο ποιος θα βάλει τα περισσότερα στολίδια.
Υπόσχεται ότι την Παραμονή των Χριστουγέννων θα μας πάει στην εκκλησία με το έλκηθρο που θα σέρνει το όμορφο άλογό μας που μέχρι τον ερχομό του δεν έχουμε τολμήσει να το χαλινώσουμε. Και νωρίτερα το απόγευμα της παραμονής πεταλώνει το άλογο, σηκώνοντας ξεχωριστά κάθε μια οπλή και λειαίνοντάς τη σωστά και σφυρηλατεί το κόκκινο σαν κεράσι πέταλο να πάρει το σωστό σχήμα στο αμόνι. Αργότερα, τα ρίχνει μέσα σ’ έναν κάδο με νερό που βράζει και σφυρίζουν. Ο πατέρας κάθεται πλάι του σ’ έναν αναποδογυρισμένο κουβά και του λέει τι να κάνει. Κάθε τόσο εμείς διαφωνούμε με τον πατέρα μας, μα ο αδελφός μας κάνει ακριβώς όπως του λέει.
Εκείνο το βράδυ, τυλιγμένοι φαρδιά πανωφόρια, στριμωχνόμαστε μες στο άχυρο και, με ζεσταμένες πέτρες στα πόδια μας, ξεκινάμε για το ταξίδι μας. Οι γονείς μας κι ο Κέννεθ μένουν σπίτι, αλλά όλοι οι υπόλοιποι πηγαίνουμε στην εκκλησία. Πριν φύγουμε ταΐζουμε τα βόδια και τα πρόβατα ακόμα και το γουρούνι όσο περισσότερο μπορούν να φάνε, ώστε να είναι ευχαριστημένα την Παραμονή των Χριστουγέννων. Οι γονείς μας χαιρετούν από την πόρτα. Για τέσσερα μίλια διασχίζουμε το δρόμο στο βουνό. Είναι ένα πρόχειρο μονοπάτι των υλοτόμων και δε θα συναντήσουμε ούτε αυτοκίνητα ούτε κανένα άλλο όχημα. Στην αρχή το άλογο είναι άτακτο από ενθουσιασμό και έλλειψη άσκησης κι ο αδελφός μου πρέπει να στέκει στο μπροστινό μέρος του έλκηθρου και να γέρνει πάνω από τα γκέμια. Σιγά – σιγά καταφέρνει ένα τροχάδην και σε λίγο ένα βάδην καθώς το βουνό ανηφορίζει εμπρός του. Τραγουδάμε όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που ξέρουμε κι έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά μήπως συναπαντήσουμε κουνέλια ή αλεπούδες να διασχίζουν αθόρυβα τη χιονισμένη γη και τ’ αυτιά μας ν’ ακούσουμε φτεροκόπημα από πέρδικες. Δεν κρυώνουμε καθόλου.
Κατεβαίνουμε στην επαρχιακή εκκλησία και δένουμε το άλογο σ’ ένα σύδεντρο, όπου θα ‘χει απάγκιο και δε θα τρομάξει απ’ τ’ αυτοκίνητα. Του δίνουμε βρώμη και ρίχνουμε πάνω του μια κουβέρτα. Στην είσοδο της εκκλησίας, οι γείτονες δίνουν το χέρι τους στον αδελφό μου. ‘‘Γεια σου Νηλ’’ λένε. ‘‘Πώς είναι ο πατέρας σου;’’
‘‘Αχ’’ λέει εκείνος, απλώς ‘‘αχ’’
Η εκκλησία είναι πολύ όμορφη τη νύχτα, με κλαδιά στολισμένα με γιρλάντες και κεριά να φεγγοβολούν και τους ζωηρούς, χαρούμενους ήχους που έρχονται απ’ τον εξώστη της χορωδίας. Παρακολουθούμε τη λειτουργία σαν υπνωτισμένοι.
Στο δρόμο του γυρισμού, αν και οι πέτρες έχουν κρυώσει, είμαστε ζεστοί κι ευτυχείς. Ακούμε τη δερμάτινη ιπποσκευή να τρίζει και τις δοκούς του έλκηθρου να σφυρίζουν κι αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τα δώρα που θα πάρουμε. Περίπου ένα μίλι πριν φτάσουμε σπίτι, το άλογο αντιλαμβάνεται τον προορισμό του και ξεχύνεται μπρος με τροχασμό κι έπειτα με σίγουρο καλπασμό. Ο αδελφός μου το αφήνει και κινούμαστε πάνω στο χειμωνιάτικο τοπίο σα μορφές που δραπέτευσαν από χριστουγεννιάτικη ζωγραφιά. Το χιόνι που σηκώνουν οι οπλές του αλόγου πέφτει πάνω μας σαν ασπρόσκονη απ’ τ’ αστέρια.
Σταβλίζουμε το άλογο και συζητάμε με τους γονείς μας και τρώμε το γεύμα που έχει ετοιμάσει η μητέρα μας. Έχω πια νυστάξει κι είναι ώρα για τους μικρότερους να πάμε για ύπνο. Αλλ’ απόψε ο πατέρας μου λέει: ‘‘Θα θέλαμε να μείνεις μαζί μας για λίγο.’’ Κι έτσι κάθομαι ήσυχα με τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειάς μου.
Μόλις οι μικροί σωπαίνουν επάνω, ο Νηλ φέρνει τις κούτες που περιέχουν τα ‘ρούχα’ του κι αρχίζει να τις ανοίγει. Λύνει τους περίπλοκους κόμπους γρήγορα, το σκοινί ξετυλίγεται εύκολα απ’ τα σβέλτα δάχτυλά του. Τα κουτιά είναι γεμάτα δώρα, όμορφα τυλιγμένα, που έχουν επάνω τους ετικέτες. Εκείνα που είναι για τα μικρότερα αδέλφια μου λένε ‘από τον Άγιο Βασίλη’ μα το δικό μου δεν είναι πια ανάμεσά τους κι απ’ ό,τι ξέρω είναι βέβαιο ότι δε θα είναι ποτέ ξανά. Ωστόσο δε με εκπλήσσει τόσο πολύ που νιώθω το σφίξιμο της απώλειας στην καρδιά τώρα που βρίσκομαι στην ενήλικη πλευρά του κόσμου. Είναι λες κι αίφνης μετακινήθηκα σ’ ένα άλλο δωμάτιο κι ακούω μια πόρτα να χτυπά διαρκώς πίσω μου. Μ’ έχει λαβώσει η δική μου μικρή πληγή.
Και τότε τους κοιτάζω όλους καθώς στέκονται εμπρός μου. Οι γονείς μου πλάι – πλάι μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μητέρα ακουμπά το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος κρατά το πανταχού παρόν μαντήλι του. Οι αδελφές μου έχουν περάσει αυτό το κατώφλι πριν από μένα και τώρα ταξιδεύουν μακρύτερα απ’ την κοριτσίστικη ζωή τους μέρα με τη μέρα. Ο μαγικός μεγαλύτερος αδελφός μου ήρθε κοντά μας αυτά τα Χριστούγεννα από μισή ήπειρο μακριά, φέρνοντας μαζί του ό,τι έχει και ό,τι είναι. Κρατώ στο νου μου αυτή την εικόνα με την έγνοια στα πρόσωπά τους.
‘‘Όλοι φεύγουν’’ λέει ο πατέρας ήρεμα και νομίζω μιλά για τον Άγιο Βασίλη. ‘‘Μα δεν υπάρχει λόγος να λυπούμαστε. αφήνουν καλά πράγματα πίσω.’’

Χαλογουήν (Halloween): Η νύχτα της 31ης Οκτωβρίου (παραμονή των Αγίων Πάντων) όταν, σύμφωνα με την παράδοση, βγαίνουν οι νεκροί από τους τάφους τους και η οποία γιορτάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και τη Βρετανία με μεταμφιέσεις των παιδιών σε φαντάσματα, μάγισσες κ.λπ.

Alistair MacLeod

God Walks Burning Through Me, by Patric Lane

Ο Θεός Μέσα Από Μένα Καίει

Όταν κοιμάμαι έρχονται στον κήπο τα πουλιά
με τα δώρα τους, τους σπόρους. Μες απ’ τον πάγο

βγαίνουν τη νύχτα φύλλα απ’ το περσινό γρασίδι.
Όλα τα τραγούδια μου γίνονται ένα τραγούδι.

Η παλάμη του χεριού μου και το πέλμα του ποδιού
θυμούνται ό,τι ξεχνώ.

Το παλιό φανάρι πλάι στη λιμνούλα είναι πάντα εκεί.
Τώρα είναι η ώρα να το ανάψει.
Patrick Lane

Wednesday

Winter 2, by Patrick Lane

Χειμώνας 2

Στο λεύκωμα που κρατά στα λεπτά του χέρια
Χιλιάδες φωτογραφίες που έφτιαξε από χειμώνα.
Κάθε μια τραβηγμένη τέλεια, κάθε μια άσπιλο
λευκό μόνο με μια ελάχιστη σκιά μερικές φορές
ένα φευγαλέο, εφήμερο γκρι να προδίδει
την εικόνα εκείνου που φωτογράφισε.
Τον ευχαριστεί να το ξεφυλλίζει αργά και να θυμάται.

Patrick Lane

Saturday

My lady can sleep, by Leonard Cohen


Η καλή μου κοιμάται
Πάνω σ’ ένα μαντήλι
Ή, το φθινόπωρο
Σ’ ένα πεσμένο φύλλο

Βλέπω τους κυνηγούς
Γονυπετείς εμπρός της
Τους αποφεύγει
Ως και στον ύπνο της

Μόνο δώρο να προσφέρουν
Η έμμονη θλίψη τους
Ψάχνω τις τσέπες μου
Για μαντήλι ή φύλλο

Solstice, by Louise Gluck

ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ 




Κάθε χρόνο, ίδια μέρα, έρχεται το θερινό ηλιοστάσιο. 
Άπλετο φως: προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό, 
η μέρα για την οποία λέμε σ’ εμάς τους ίδιους 
ότι ο χρόνος διαρκεί πραγματικά πάρα πολύ, σχεδόν ατελείωτα. 
Και σε ό,τι διαβάζουμε και γράφουμε, δίνεται προτίμηση 
στο γιορτινό, το εκστατικό. 

Υπάρχει κάτι σ’ αυτές τις τελετουργίες πέρα απ’ το δέος: 
υπάρχει επίσης ένα είδος έπαρσης, 
λες κι η ανθρώπινη μεγαλοφυΐα συμμετείχε σ’ αυτές τις ρυθμίσεις 
και βρήκαμε τ’ αποτελέσματα ικανοποιητικά. 

Ό,τι ακολουθεί το φως είναι ό,τι προηγείται: 
η στιγμή της ισορροπίας, της σκοτεινής αντιστοιχίας. 

Αλλ’ απόψε καθόμαστε στον κήπο στις καρέκλες μας από καναβάτσο 
ως πολύ αργά το βράδυ - 
γιατί να κοιτάζουμε μπρος ή πίσω; 
Γιατί να υποχρεωνόμαστε να θυμηθούμε: 
είναι στο αίμα μας αυτή η γνώση. 
Μικρές ημέρες, σκοτεινιά, χειμωνιάτικο κρύο. 
Είναι στο αίμα και τα οστά μας, στο ιστορικό μας. 
Χρειάζεται μεγαλοφυΐα να ξεχνάς τέτοια πράγματα.

Friday

Mending Wall, by Robert Frost

Τοίχος για Επανόρθωση

Είναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο,
Στέλνει τη διαστολή του παγωμένου εδάφους από κάτω,
Και σκορπίζει τις πάνω πέτρες στον ήλιο,
Και φτιάχνει κενά όπου ακόμα και δυο περνούν μαζί.
Η δουλειά των κυνηγών είναι κάτι αλλιώτικο:
Τους ακολούθησα κι έκανα τις επισκευές
Όπου δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα,
Μόνο έβγαλαν το κουνέλι απ’ την κρυψώνα,
Προς τέρψη των σκύλων που αλυχτούσαν. Τα κενά, λοιπόν,
Κανείς δεν τα βλέπει ούτε τ’ ακούει να γίνονται,
Τα βρίσκουμε εκεί την ώρα της ανοιξιάτικης επανόρθωσης.
Συνεννοούμαι με το γείτονά μου πέρα από το λόφο,
Και μια μέρα συναντιόμαστε να βαδίζουμε το σύνορο
Και να χτίζουμε άλλη μια φορά ανάμεσά μας τον τοίχο.
Έχουμε τον τοίχο ανάμεσά μας καθώς δουλεύουμε.
Για τον καθένα οι πέτρες που έχουν πέσει στον καθένα.
Μερικές είναι πλατιές κι άλλες σχεδόν ολοστρόγγυλες
Πρέπει να πούμε το ξόρκι για να σταθούν στη θέση τους:
“Μείνε εκεί που είσαι ως να γυρίσω την πλάτη μου!”
Τα δάχτυλά μας ροζιάζουν που τις πιάνουμε.
Α, δεν είναι παρά ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
Ένας σε κάθε πλευρά. Μα πάλι κάτι περισσότερο:
Εκεί που βρίσκεται δεν τον χρειαζόμαστε τον τοίχο:
Εκείνος ένας πευκώνας κι εγώ περιβόλι μηλιάς.
Τα μήλα μου ποτέ δε θα πάνε απέναντι
Να φάνε τα κουκουνάρια του, του λέω.
Εκείνος λέει μόνο, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”
Η άνοιξη με σκανδαλίζει κι αναρωτιέμαι
Αν καταφέρω να βάλω καμιά ιδέα στο κεφάλι του
“Πώς γίνονται αγαπημένοι οι γείτονες; Δε λέει
Εκεί που υπάρχουν αγελάδες; Αλλά εδώ δεν έχουμε αγελάδες.
Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα να μάθω
Τι θα ‘κλεινα μέσα ή τι θ’ άφηνα έξω,
Και ποιον θα μπορούσα να προσβάλω.
Είναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο
Τον θέλει χάμω.” Θα του ‘λεγα “τα ξωτικά”
Αλλά δεν είναι ακριβώς τα ξωτικά και καλύτερα
Να το ‘λεγε ο ίδιος. Τον βλέπω εκεί δα
Κουβαλά μια πέτρα κρατώντας τη γερά απ’ την άκρη
Σε κάθε χέρι, σαν παλαιολιθικός βάρβαρος αρματωμένος.
Κινείται στο σκοτάδι, έτσι μου φαίνεται,
Όχι μόνο του δάσους και της σκιάς των δέντρων.
Δε θ’ ακολουθήσει τα λόγια του πατέρα του,
Και του αρέσει τόσο πολύ να τα γυροφέρνει στη σκέψη του
Λέει πάλι, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”

Mending Wall, by Robert Frost

ο αμερικανός ποιητής

Thursday

Exile, by Harold Hart Crane

Εξορία

Τα χέρια μου δεν άγγιξαν χαρά άλλη από τα χέρια σου,
Όχι, ούτε τα χείλη μου ελευθέρωσαν γέλιο μετά το “αντίο”
Και με τη μέρα, η απόσταση διαστέλλεται πάλι
Βουβή ανάμεσά μας, σαν ανοιχτό κοχύλι.

Αλλά, η αγάπη αντέχει, κι αποστερημένη και μόνη.
Φτερά περιστεριού πιάνονται κάθε νύχτα απ’ την καρδιά μου
Γεμάτα καλοσύνη, και το μπλε πετράδι
Στο δαχτυλίδι της ένωσής μας μόνο φορεμένο λάμπει.

Exile, by Harold Hart Crane

ο αμερικανός ποιητής

Wednesday

Forgetfulness, by Harold Hart Crane

Λησμονιά

Η λησμονιά είναι σαν τραγούδι
Που ελεύθερο από μέτρο και ρυθμό πλανιέται.
Η λησμονιά είναι σαν πουλί που ζυγιάζει τα φτερά του,
Ανοιχτά κι ακίνητα -
Και πηγαίνει με τον άνεμο ξεκούραστα.

Η λησμονιά είναι βροχή τη νύχτα,
Ή παλιό σπίτι στο δάσος, ή παιδί.
Η λησμονιά είναι άσπρη - άσπρη σαν δέντρο ξεραμένο,
Και μπορεί να ρίξει σ’ έκσταση τη σίβυλλα να προφητεύει,
Ή να κηδέψει τους Θεούς.

Θυμάμαι πολλή λησμονιά.

Forgetfulness, by Hart Crane

ο αμερικανός ποιητής

Thursday

As Birds Bring Forth the Sun, by Alistair MacLeod

Όπως τα Πουλιά Γεννούν τον Ήλιο

Υπήρχε κάποτε μια οικογένεια με ορεινό όνομα που ζούσε πλάι στη θάλασσα. Ο άντρας είχε ένα σκυλί που πολύ το αγαπούσε. Ήταν ένα θηλυκό, μεγάλο, γκρίζο σκυλί, ένα είδος κυνηγού ελαφιών από άλλους καιρούς. Κι όταν πηδούσε να γλείψει το πρόσωπό του, πράγμα που της άρεσε πολύ, έριχνε τα πόδια της στους ώμους του με τέτοια δύναμη που θα μπορούσε να τον πετάξει κάτω κι εκείνος αναγκαζόταν να οπισθοχωρεί δυο τρία βήματα πριν ξαναβρεί την ισορροπία του. Και δεν ήταν κανένας μικρόσωμος άντρας, λίγο ψηλότερος από ένα ογδόντα και κάπου ενενήντα κιλά.
Την είχαν αφήσει, κουταβάκι, στην πόρτα της οικογένειας σ’ ένα μικρό χειροποίητο κιβώτιο και κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει ούτε ότι θα γινόταν τελικά τόσο μεγαλόσωμη. Μια φορά, όταν ήταν ακόμα μικρό κουτάβι, την πάτησε ο ατσαλένιος τροχός ενός ιπποκίνητου κάρου, με το οποίο μετέφεραν γκρίζο φύκι από την ακτή που το χρησιμοποιούσαν για λίπασμα. Ήταν Οκτώβρης κι έβρεχε ήδη για μερικές εβδομάδες και το έδαφος ήταν μαλακό. Όταν ο τροχός του κάρου πέρασε από πάνω της, βύθισε το κορμάκι της μέσα στη βρεγμένη γη, συνθλίβοντας μερικά από τα πλευρά της και σίγουρα το περίγραμμα του μικρού συντριμμένου κορμιού της ήταν εμφανές στη γη, αφότου ο άντρας τη σήκωσε στο στήθος του κι ενώ εκείνη ούρλιαζε και αλάλαζε. Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από τα σπασμένα της κόκαλα, αγνοώντας το αίμα και τα ούρα που έπεφταν στο πουκάμισό του, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα γουρλωμένα της μάτια και τα μπροστινά της πόδια που σκαρφάλωναν πάνω του αδέξια και τη γλώσσα της που τον έγλειφε απελπισμένα.
Τα πιο πρακτικά μέλη της οικογένειας, που είχαν δει ξανά ζώα σε τέτοια κατάσταση, του ‘λεγαν να την πνίξει μες στα δυνατά του χέρια ή κρατώντας την από τα πίσω πόδια να χτυπήσει το κεφάλι της στο βράχο, δίνοντας έτσι ένα τέλος στη δυστυχία της. Αλλά εκείνος δεν είχε τίποτα τέτοιο κατά νου.
Αντίθετα, διαμόρφωσε κατάλληλα ένα μικρό κιβώτιο και το έντυσε με μάλλινα κουρέλια από δέρμα προβάτου και το έστρωσε μ’ ένα παλιό ξεφτισμένο πουκάμισο. Την έβαλε μέσα στο κιβώτιο κι έβαλε το κιβώτιο πίσω από τη σόμπα και ζέστανε λίγο γάλα σ’ ένα μικρό κατσαρόλι και πρόσθεσε ζάχαρη να το γλυκάνει. Κρατώντας με το αριστερό του χέρι ανοιχτό το μικρό της στόμα που έτρεμε, της έδωσε με το δεξί μερικές κουταλιές γλυκό γάλα, αγνοώντας τα μικρά της δόντια που ήταν αιχμηρά σαν βελόνια. Έμεινε ξαπλωμένη στο κιβώτιο όλο το υπόλοιπο φθινόπωρο κι ως τις αρχές του χειμώνα, να παρατηρεί το κάθε τι με τα μεγάλα καστανά της μάτια.
Αν και κάποιοι στην οικογένεια παραπονέθηκαν για την παρουσία της και για την οσμή από το κιβώτιο και για το χρόνο που απαιτούσε η φροντίδα της, σταδιακά τη συνήθισαν και, καθώς οι βδομάδες περνούσαν, έγινε φανερό ότι τα πλευρά της συνδέονταν με κάποιον τρόπο κι ότι θα ανάρρωνε με την αντοχή της νιότης. Έγινε επίσης φανερό ότι θα γινόταν τρομερά μεγαλόσωμη, αφού κάθε τόσο ένα μεγαλύτερο κιβώτιο διαδεχόταν το προηγούμενο και το γκρίζο της τρίχωμα άρχισε να κρέμεται από τα τεράστια μπροστινά της πόδια. Την άνοιξη ήταν διαρκώς έξω και ακολουθούσε τον άντρα παντού κι όταν ήρθε να μείνει πάλι μέσα, λίγους μήνες αργότερα, είχε τόσο μεγαλώσει που δεν μπορούσε πια να βολευτεί στη συνηθισμένη της θέση πίσω από τη σόμπα και υποχρεώθηκε να πλαγιάζει δίπλα. Ουδέποτε της δόθηκε κάποιο όνομα αλλά την ανέφεραν στα Κέλτικα σαν κου μωθ γκλας(1), το μεγάλο γκρίζο σκυλί.
Όταν έφτασε στις πρώτες τις εξάψεις, είχε ήδη ψηλώσει τρομερά και, αν κι οι στεναγμοί της κι οι οσμές της προσήλκυαν πολλούς ασθμαίνοντες από διέγερση αρσενικούς, κανείς δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να την καβαλικέψει και η φρενίτιδα της απογοήτευσής τους και ο δικός της ανικανοποίητος πόθος ήταν παραπάνω απ’ ό,τι ο άντρας μπορούσε ν’ αντέξει. Πήγε, όπως διηγούνται, σ’ ένα μέρος όπου ήξερε ότι υπήρχε ένα μεγάλο σκυλί. Ένα σκυλί όχι τόσο μεγάλο όσο εκείνη, αλλά ωστόσο ένα μεγάλο σκυλί - και τον έφερε μαζί του στο σπίτι. Στον κατάλληλο καιρό πήρε την κου μωθ γκλας και το μεγάλο σκύλο κάτω στη θάλασσα, όπου ήξερε ότι υπήρχε ένα βαθούλωμα στο βράχο που εμφανιζόταν μόνο κατά την άμπωτη. Πήρε μερικά σακιά για να πατήσει πάνω το αρσενικό σκυλί και τοποθέτησε την κου μωθ γκλας στο βαθούλωμα του βράχου και γονάτισε πλάι της και τη σταθεροποίησε με τον αριστερό του ώμο κάτω από το λαιμό της και βοήθησε τον αρσενικό να πάρει θέση από πάνω της και οδήγησε το φουσκωμένο με αίμα πέος του. Ήταν άντρας συνηθισμένος να εργάζεται στην αναπαραγωγή των ζώων, να οδηγεί κριούς και ταύρους κι επιβήτορες και είχε συχνά δυνατή τη μυρωδιά από σπέρμα ζώου στα μεγάλα κι ευγενικά του χέρια.
Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν πολύ ψυχρός κι ο πάγος κάλυψε τη θάλασσα και τα συχνά ανεμοβρόχια κι οι χιονοθύελλες εξαφάνισαν κάθε ίχνος από τα νησιά γύρω από την ακτή κι έκαναν τους ανθρώπους να μένουν κοντά στ’ αναμμένα τους τζάκια τον περισσότερο καιρό, μπαλώνοντας ρούχα και δίχτυα και χάμουρα και περιμένοντας την αλλαγή του καιρού. Η κου μωθ γκλας γινόταν όλο και πιο δυνατή και μεγαλόσωμη ως που δύσκολα χωρούσε γύρω από τη σόμπα ή ακόμα και κάτω από το τραπέζι. Και τότε, ένα πρωινό, όταν όλα έδειχναν ότι θα ‘μπαινε η άνοιξη, εκείνη έφυγε.
Ο άντρας και η υπόλοιπη οικογένεια, που τη νοιάζονταν περισσότερο απ’ όσο παραδέχονταν, την περίμεναν αλλά εκείνη δεν ήρθε. Και καθώς προχωρούσε ξέφρενη η άνοιξη, καταγίνονταν με την προετοιμασία της γης τους και τα σύνεργα του ψαρέματος κι όλα εκείνα τα πράγματα που τόσο επιτακτικά απαιτούσαν την προσοχή τους. Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κι ο χειμώνας και η επόμενη άνοιξη, που είδε να γεννιέται το δωδέκατο παιδί του άντρα και της γυναίκας του. Κι έπειτα ήταν πάλι καλοκαίρι.
Εκείνο το καλοκαίρι ο άντρας και δυο από τους έφηβους γιους του είχαν ρίξει τα δίχτυα τους για το ψάρεμα της ρέγκας κάπου δυο μίλια μακριά από την ακτή, όταν άρχισε να φυσά δυνατά από τη στεριά και τα νερά άρχισαν να φουσκώνουν. Φοβήθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν με ασφάλεια, έτσι τράβηξαν πίσω από ένα από τα παράκτια νησιά, ξέροντας ότι εκεί θα έβρισκαν καταφύγιο κι έχοντας σκοπό να περιμένουν να περάσει η θύελλα. Καθώς η πλώρη της βάρκας τους πλησίαζε τον στρωμένο βότσαλα γιαλό, άκουσαν μια φωνή από πάνω τους και κοιτάζοντας ψηλά είδαν τη σιλουέτα της κου μωθ γκλας πάνω στο φρύδι του λόφου που ήταν το ψηλότερο σημείο του μικρού νησιού.
'Μ’ εϊτάλ κου μωθ γκλας' φώναξε ο άντρας μες στη χαρά του - μ’ εϊτάλ σημαίνει κάτι ανάμεσα σε αγαπητή ή αγαπημένη - και καθώς φώναξε, όρμησε από το πλάι της βάρκας του μες στο νερό που τον έφτανε ως τη μέση και προχώρησε με κόπο πάνω στις στρογγυλές πέτρες για να διασχίσει τα νερά, ανυπόμονα κι αδέξια, προς το μέρος της και προς το γιαλό. Την ίδια στιγμή, η κου μωθ γκλας κατέβαινε με ορμή προς το μέρος του μέσα σ’ έναν καταιγισμό από μικρές πέτρες που εκτόπιζε με τα πόδια της. Kαι μόλις εκείνος έβγαινε από το νερό, τον αντάμωσε όπως ήταν η συνήθειά της, στηρίχθηκε στα πίσω πόδια της κι έριξε τα τεράστια μπροστινά της στους ώμους του απλώνοντας τη διψασμένη της γλώσσα.
Το βάρος κι η ταχύτητα της ορμής της τον βρήκαν να προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία του πάνω στις μυτερές και γλιστερές από το νερό πέτρες και πισωπάτησε κι έχασε την ευστάθειά του κι έπεσε κάτω από τη δύναμή της. Εκείνη τη στιγμή επίσης, σύμφωνα με όσα διηγούνται, άλλα έξι πελώρια γκρίζα σκυλιά εμφανίστηκαν πάνω από το φρύδι του λόφου να κατρακυλούν προς τη χαλικοστρωμένη παραλία. Δεν τον είχαν δει ποτέ πριν και βλέποντάς τον πεσμένο κάτω απ' τη μητέρα τους, παρεξήγησαν, όπως τόσα και τόσα πλήθη, την πρόθεση του αρχηγού τους.
Έπεσαν πάνω του με λύσσα, πετσοκόβοντας το πρόσωπό του και κομματιάζοντας το σαγόνι του και σχίζοντας το λαιμό του, παράφρονες από αιμοδιψία ή από καθήκον ή ίσως από ασιτία. Η κου μωθ γκλας έστρεψε εναντίον τους τη δική της βαρβαρότητα, δαγκώνοντας και γρυλίζοντας και, όπως έδειχνε, εξοργισμένη με το λάθος τους. Αλυχτώντας τους κυνήγησε, αιμόφυρτους, πέρα πάνω από το φρύδι του λόφου ως που δεν τους έβλεπες πια αλλά μπορούσες ακόμα ν’ ακούς τα ουρλιαχτά τους που απομακρύνονταν. Κι όλο αυτό δεν κράτησε παρά ίσως λίγο παραπάνω από ένα λεπτό.
Οι δυο γιοι του άντρα, που ήταν ακόμα στη βάρκα και είχαν παρακολουθήσει ό,τι είχε συμβεί, διέσχισαν το αλμυρό νερό ξεσπώντας σε λυγμούς κι έφτασαν εκεί που ήταν πεσμένος, πληγωμένος και κατακρεουργημένος, ο πατέρας τους. Aλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να κρατήσουν τα ζεστά ματωμένα χέρια του μόλις για λίγες στιγμές. Αν και τα μάτια του ‘έζησαν’ για μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε να τους μιλήσει αφού το πρόσωπο και ο λαιμός του είχαν κομματιαστεί, και φυσικά δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να κάνουν εκτός από το να τον κρατούν και να κρατιούνται απ’ αυτόν σφιχτά μέχρι που κι αυτό έπαψε και τα μάτια του δεν τους έβλεπαν κι ούτε ένιωθαν πια τα χέρια του να κρατούν τα δικά τους. Η θύελλα δυνάμωνε και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν σπίτι, έτσι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα κουβαριασμένοι πλάι στο σώμα του πατέρα τους. Φοβήθηκαν να μεταφέρουν το σώμα στη βάρκα που κλυδωνιζόταν γιατί ήταν πολύ βαρύς και φοβήθηκαν ότι μπορεί να έχαναν κι αυτό το λίγο που απέμεινε απ’ αυτόν και ακόμα φοβούνταν, κουβαριασμένοι στους βράχους, ότι τα σκυλιά θα επέστρεφαν. Αλλά δεν επέστρεψαν, ούτε καν οι φωνές τους δεν ακούγονταν πια, καμιά φωνή, μόνο το βογκητό του αέρα και ο παφλασμός του νερού πάνω στους βράχους.
Το πρωί διαφώνησαν για το αν θα έπρεπε να προσπαθήσουν να πάρουν το σώμα μαζί τους ή να το αφήσουν και να επιστρέψουν με τη συνοδεία πιο μεγάλων και γνωστικών ανδρών. Αλλά φοβήθηκαν να το αφήσουν αφύλαχτο και σκέφτηκαν ότι ο χρόνος που θα χρειαζόταν για να το καλύψουν με προστατευτικές πέτρες θα ήταν καλύτερα να ξοδευτεί στην προσπάθεια να γυρίσουν σπίτι. Για λίγο διαφώνησαν αν θα ‘πρεπε ο ένας να φύγει με τη βάρκα κι ο άλλος να μείνει στο νησί, αλλά καθένας φοβόταν να μείνει μόνος του κι έτσι τελικά κατάφεραν να τον σύρουν και να τον μεταφέρουν, πλέοντα σχεδόν, ως τη βάρκα που χοροπηδούσε στα κύματα. Τον ξάπλωσαν με το πρόσωπο προς τα κάτω και τον σκέπασαν με ότι ρούχα βρέθηκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν να διασχίσουν τη φουσκωμένη ακόμα θάλασσα. Εκείνοι που περίμεναν στην ακτή αντιλήφθηκαν ότι έλλειπε η μεγαλόσωμη παρουσία του άντρα μέσα από τη βάρκα και άλλοι μπαίνοντας στο νερό με τα πόδια κι άλλοι λάμνοντας μικρά πλοιάρια, προσπαθούσαν ν’ ακούσουν τα θλιβερά μαντάτα που έσκιζαν τ’ αφρισμένα κύματα.
Κανείς δεν είδε πάλι την κου μωθ γκλας και τα έξι παιδιά της ή, θα ‘πρεπε μάλλον να πω, κανείς δεν τους είδε ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μετά από μερικές εβδομάδες, μια ομάδα ανδρών κύκλωσαν το νησί διστακτικά μέσ’ από τις βάρκες τους αλλά δεν είδαν κανένα σημάδι. Πήγαν ξανά και ξανά αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ένα χρόνο αργότερα κι αφού ένιωθαν αρκετά πιο γενναίοι, άραξαν τις βάρκες τους και περπάτησαν το νησί με προσοχή, ερευνώντας τις μικρές θαλασσινές σπηλιές και τα κοιλώματα στη βάση σκισμένων από τους ανέμους δέντρων, με τη σκέψη ότι ίσως, αν δεν έβρισκαν τα σκυλιά, θα έβρισκαν τουλάχιστον τα λευκά τους κόκαλα, αλλά ούτε αυτή τη φορά ανακάλυψαν κάτι.
Αν και η κου μωθ γκλας εμφανιζόταν, υποτίθεται, εδώ κι εκεί για μερικά χρόνια. Την είδαν πάνω στο λόφο σε μια περιοχή ή σε μια άλλη είδαν τη φιγούρα της πάνω σε μια γέφυρα ή να δρασκελίζει κοιλάδες και χαράδρες στο πρωινό λυκόφως ή στο σκιερό δειλινό. Πάντα στη σφαίρα του ημιδιακριτού. Για κάποιο διάστημα έγινε κάτι σαν το Τέρας του Λοχ Νες ή σαν τον Σασκουάτς(2) σε μικρότερη κλίμακα. Την είδαν αλλά δεν την κατέγραψαν. Την είδαν όταν δεν υπήρχαν κάμερες. Την είδαν αλλά δεν την έπιασαν.
Το μυστήριο του πού είχε πάει μπερδευόταν με το μυστήριο του από πού είχε έρθει. Γίνονταν πολλές εικασίες για το χειροποίητο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχε βρεθεί και εκφράζονταν πολλές θεωρίες για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μπορεί να το είχαν αφήσει. Ο κόσμος έψαχνε για το κιβώτιο αλλά δεν μπορούσε να το βρει. Αυτό τους έκανε να σκέφτονται ότι εκείνη ήταν μέρος κάποιας μαγγανείας(3) ή κακής μαγείας που κάποιος μυστήριος εχθρός σχεδίασε για τον άντρα. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό. Αφηγούνταν ξανά και ξανά όλες τις φροντίδες του για κείνη και από κανέναν δεν διέφυγε η ειρωνεία της τύχης.
Εκείνο που έγινε σαφώς κατανοητό ήταν ότι είχε διασχίσει τους πάγους του χειμώνα για να γεννήσει τα κουταβάκια της και δεν είχε καταφέρει να επιστρέψει. Κανείς δεν μπόρεσε να θυμηθεί ότι την είχε δει ποτέ να κολυμπάει και, για τους πρώτους μήνες τουλάχιστον, οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να πάρει μαζί της τα μικρά της.
Ο μεγαλόσωμος κι ευγενικός άντρας με την οσμή από σπέρμα ζώου συχνά δυνατή στα χέρια του ήταν ο προ-προ-προπάππους μου, και υποστήριξαν ότι πέθανε γιατί ήταν πολύ καλός στην αναπαραγωγή των ζώων ή επειδή φρόντιζε πάρα πολύ για την ικανοποίηση και την ευημερία τους. Δεν ήταν πια εκεί για να δει τη γέννηση του παιδιού του εκείνη την άνοιξη που, με τη σειρά του, έγινε ο προ-προπάππους μου, μα ίσως και να ήταν ολόκληρος εκεί, μέσα στη μνήμη των μεγαλύτερων γιων του που τον είδαν να χάνεται από την αμφιλεγόμενη δύναμη της κου μωθ γκλας. Το νεώτερο από τα αγόρια της βάρκας το κατάτρεχε και το βασάνιζε η φρίκη που είχαν δει τα μάτια του. Ξυπνούσε τη νύχτα με ουρλιαχτά γιατί είχε δει την κου μωθ γκλας α’ βαϊς, το μεγάλο γκρίζο σκυλί του θανάτου, κι οι κραυγές του πλημμύριζαν το σπίτι και τ’ αυτιά και το νου όσων τον άκουγαν, φέρνοντας την οικογένεια ξανά και ξανά μπρος στις συνέπειες της απώλειάς τους. Ένα πρωί, ύστερ’ από μια νύχτα που είχε δει την κου μωθ γκλας α’ βαϊς τόσο ζωντανά ώστε τα σεντόνια ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα του, περπάτησε ως τον ψηλό βράχο που έβλεπε στο νησί κι εκεί έκοψε το λαιμό του μ’ ένα ψαρομάχαιρο κι έπεσε στη θάλασσα.
Ο αδελφός του έζησε ως τα σαράντα, αλλά, πάλι σύμφωνα με αυτά που διηγούνται, βρέθηκε μια νύχτα σ’ ένα παμπ στη Γλασκόβη, ψάχνοντας ίσως γι’ απαντήσεις, βαρύς και θολωμένος από το ουίσκυ που είχε γίνει το αναισθητικό του. Στο μισοσκόταδο είδε έναν μεγαλόσωμο, γκριζόμαλλο άντρα να κάθεται μόνος του με την πλάτη στον τοίχο και του μουρμούρισε κάτι. Κάποιοι λένε, είδε την κου μωθ γκλας α’ βαϊς ή εκστόμισε το όνομα. Ίσως κι ο άντρας που άκουσε τη φράση με αυτιά εξ ίσου επηρεασμένα απ’ το πιοτό να του φάνηκε ότι τον αποκάλεσαν σκυλί ή σκύλας γιο ή κάτι παρόμοιο. Σηκώθηκαν να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλο και αγωνίστηκαν σκληρά έξω στο πλακόστρωτο πέρασμα πίσω από το παμπ όπου, εντελώς απίθανο, ήταν υποτίθεται άλλοι έξι μεγαλόσωμοι, γκριζόμαλλοι άντρες που τον πετροβόλησαν μέχρι θανάτου, χτυπώντας το αιμόφυρτο κεφάλι του στην πέτρα ξανά και ξανά πριν εξαφανιστούν και τον αφήσουν να πεθάνει με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό. Η κου μωθ γκλας α’ βαϊς ήρθε πάλι, έλεγε η οικογένεια, στην προσπάθειά της να κατανοήσει την ιστορία.
Έτσι ήρθε η κου μωθ γκλας α’ βαϊς στις ζωές μας. κι όπως είναι φανερό όλ’ αυτά συνέβησαν πολύ πολύ παλιά. Εν τούτοις, μέσω των επόμενων γενεών, φαίνεται ότι το φάντασμα βρήκε κάποιον τρόπο να εγκατασταθεί και να γίνει δικό μας — όχι σαν ένας ανεπιθύμητος σκελετός στη ντουλάπα από το αρχαίο παρελθόν της οικογένειας, αλλά μάλλον σαν κάτι ισοδύναμο με γενετική δυνατότητα. Στους θανάτους κάθε γενιάς, κάποιοι έβλεπαν το γκρίζο σκυλί - γυναίκες που πέθαιναν στη γέννα, στρατιώτες που πήγαιναν σε πολλούς πολέμους ως που δεν επέστρεφαν, εκείνοι που μπλέκονταν σε βεντέτες ή επικίνδυνες ερωτικές σχέσεις, εκείνοι που αποκρίνονταν σε μυστηριώδη μεσονύχτια μηνύματα, εκείνοι που παρέκκλιναν στον αυτοκινητόδρομο ν’ αποφύγουν το πραγματικό ή το φανταστικό γκρίζο σκυλί και κατέληγαν ένας σωρός κομματιασμένο ατσάλι. Και κάποιος επαγγελματίας αθλητής ο οποίος, εκτός από την προσκόλληση του στις αθλητικές προλήψεις, κουβαλούσε κι έναν άλλο φόβο ή δοξασία. Πολλοί από τους άντρες απογόνους κινούνταν σαν προσεκτικοί αιμοφιλικοί, φοβούμενοι ότι κουβαλούσαν ανεπιθύμητες δυνατότητες βαθιά μέσα τους. Άλλοι πάλι, ενώ το γελούσαν, ήταν όπως κάποια μέλη σε οικογένειες στα οποία επανέρχεται ύστερα από μερικές γενιές ο καρκίνος ή ο διαβήτης που συνήθως παρουσιάζεται σε υπερήλικες. Και το προαίσθημα εκείνων που λένε λίγα στους άλλους αλλά που συχνά λένε μες στην ησυχία στον εαυτό τους, ‘δεν συνέβη σε μένα’, προσθέτοντας πάντα την προειδοποίηση ‘όχι ακόμα’.
Τα συλλογίζομαι τώρα όλ’ αυτά καθώς η οκτωβριάτικη βροχή πέφτει πάνω απ’ την πόλη του Τορόντο κι οι ευγενικές, λευκοντυμένες νοσοκόμες μπαινοβγαίνουν με σίγουρο βήμα στο δωμάτιο του πατέρα μου. Είναι ξαπλωμένος ήσυχα μέσα στη λευκότητα, με το κεφάλι και τους ώμους του ανυψωμένους σ’ αυτή τη στάση του νοσοκομείου, όπου δεν είσαι ούτε εντελώς ξαπλωτός μα ούτε καθιστός ωστόσο. Τα μαλλιά του λευκά πάνω στο μαξιλάρι του κι η αναπνοή του ήρεμη και μερικές φορές ακανόνιστη, αν και είναι δύσκολο να είσαι πάντα σίγουρος.
Οι πέντε γκριζόμαλλοι αδελφοί μου κι εγώ καθόμαστε κοντά του εκ περιτροπής, κρατώντας τα δυνατά του χέρια στα δικά μας και νιώθοντας την ανταπόκρισή τους, ελπίζοντας με αβεβαιότητα ότι θα μας μιλήσει, ξέροντας ωστόσο πόσο θα τον κούραζε. Και προσπαθώντας να διαβάσουμε τη ζωή του και τις δικές μας ζωές μες στα μάτια του όσο μένουν ανοιχτά. Έζησε μαζί μας πολύν καιρό, είμαστε ήδη μεσήλικες. Αντίθετα μ’ εκείνα τ’ αγόρια στη βάρκα τότε παλιά, δεν τον χάσαμε όσο είμαστε νέοι. Κι αντίθετα με τον νεότερο αδελφό τους, τον προ-προπάππου μας, δεν μεγαλώσαμε σ’ έναν κόσμο απ’ όπου έλειπε το χάδι του πατέρα. Είχαμε την τύχη να έχουμε αυτόν τον μεγαλόσωμο κι ευγενικό άντρα τόσο βαθιά μέσα στις ζωές μας.
Κανείς στο νοσοκομείο δεν ανέφερε την κου μωθ γκλας α’ βαϊς. Ωστόσο, όπως έλεγε η μητέρα μου πριν δέκα χρόνια, πριν φύγει από τη ζωή τόσο ήσυχα όσο ένας νέος που μπαινοβγαίνει στο σπίτι των γονιών του τις πρωινές ώρες, ‘είναι δύσκολο να μη γνωρίζεις εκείνο που γνωρίζεις’.
Ακόμα κι οι πιο σκεπτικιστές, όπως είναι ο μεγαλύτερος αδελφός μου που ταξίδεψε από το Μόντρεαλ, προδίδονται από τις ανήσυχες πράξεις τους. “Απέφυγα τους σταθμούς του Γκρίζου Κυνηγού και στο Μόντρεαλ και στο Τορόντο,” είπε χαμογελώντας μόλις έφτασε. Και πρόσθεσε, “για κάθε ενδεχόμενο”.
Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο άρρωστος ήταν ο πατέρας μας και πολύ λίγο χαμογέλασε από τη στιγμή που το κατάλαβε. Τον παρατηρούσα να στριφογυρνά το διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλό του, ξέροντας ότι ελπίζει να μην ακούσει τα κέλτικα που ξέρει τόσο καλά. Μην έχοντας την πολυτέλεια, όπως κάποτε είχε πει, να υποκριθεί ότι δεν καταλαβαίνει την ‘άλλη’ γλώσσα σαν κάποιος που ζει στο Μόντρεαλ. Δεν μπορείς να μη γνωρίζεις εκείνο που γνωρίζεις.
Καθόμαστε εκεί κι ένας ένας κρατάμε τα χέρια του άντρα που μας έδωσε ζωή και φοβόμαστε για κείνον και για μας. Φοβόμαστε ότι το όραμα μπορεί να έρθει και φοβόμαστε ν’ ακούσουμε τα λόγια που θα προκαλέσει. Καταλαβαίνουμε ότι μπορεί να μπερδευτεί με αυτό που οι γιατροί αποκαλούν ‘θέληση για ζωή’ και καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν κάποιες πεποιθήσεις που άλλοι θα τις ξεφορτώνονταν σαν ‘σκουπίδια’. Καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η γη είναι επίπεδη και ότι τα πουλιά γεννούν τον ήλιο.
Περιορισμένοι εδώ στη δική μας ξεχωριστή θνητότητα, απευχόμαστε να δούμε ή να δούμε άλλους να βλέπουν αυτό που σημαίνει τον τερματισμό της ζωής. Δε θέλουμε ν’ ακούσουμε τη φωνή του πατέρα μας, όπως συνέβη σ’ εκείνους τους άλλους γιους, να επικαλείται το δικό του θάνατο.
Θα κλείναμε τα μάτια μας και θα σφραγίζαμε τ’ αυτιά μας κι ας ξέραμε ότι τέτοιες ενέργειες δε χρησιμεύουν καθόλου. Ακάλυπτοι, ακίνητοι και τρομαγμένοι, ως και τα γκρίζα μαλλιά μας θα ‘χουν ανασηκωθεί στο σβέρκο, εάν και όταν ακούσουμε το σύρσιμο των ποδιών και το γρατσούνισμα στην πόρτα.
(1) Οι λέξεις, που εμφανίζονται στην κέλτικη γλώσσα στο πρωτότυπο και στη συνέχεια αποδίδονται στην αγγλική, δεν μεταφράζονται αλλά μεταγράφεται η προφορά τους, σύμφωνα με τους κανόνες για την προφορά που εμφανίζονται στην ιστοσελίδα ‘gaelic course’ του Daniel McManus.
(2) ‘Σασκουάτς’ (Sasquatch στο πρωτότυπο) είναι το όνομα που έχει δοθεί σε ένα τεράστιο, τριχωτό, ανθρωπόμορφο τέρας, που υποτίθεται ότι κατοικεί στις βορειοδυτικές περιοχές των Η.Π.Α. και στο δυτικό Καναδά.
(3) Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η κέλτικη λέξη buidseachd, που στα αγγλικά απόδίδεται ως witchcraft.
Alistair MacLeod

Saturday

The Bee-Cave, by Patrick Lane

Η Σπηλιά της Μέλισσας

Κάθομαι στη σπηλιά της μέλισσας
κάτω απ’ τους λόφους Οκάναγαν
παρατηρώ τους κίτρινους

ορεινούς ηλίανθους
τη βαριά μου ανάσα
καλύπτει ο βόμβος

απ’ τις μέλισσες εκεί μέσα
στη φωλιά της σκοτεινιάς

γυμνώνω την κοιλιά μου
στα μαλακά κεντρίσματα
και μετρώ το πρήξιμο

κατά καιρούς λείπουν
σ’ έρημα ταξίδια
Φλύαρες μέλισσες απ’ τις μοναχικές σπηλιές

γιατί επιστρέφετε
σ’ αυτή τη σκοτεινιά;

Monday

Mother and Child, by Louise Gluck

Μητέρα και Παιδί

Είμαστε όλοι ονειρευτές, ούτε ξέρουμε ποιοι είμαστε.
Κάποια μηχανή μας έφτιαξε, η μηχανή του κόσμου, τη στενή οικογένεια.
Ύστερα πίσω στον κόσμο, εκλεπτυσμένοι από γλυκά μαστιγώματα.
Ονειρευόμαστε, δε θυμόμαστε.
Η μηχανή της οικογένειας: σκοτεινό τρίχωμα, τα δάση του σώματος της μητέρας.
Η μηχανή της μητέρας: η λευκή πόλη μέσα της.
Και πριν απ’ αυτό: χώμα και νερό.
Βρύα ανάμεσα στους βράχους, κομμάτια φύλλα και γρασίδι.
Και πριν, κύτταρα σε βαθύ σκοτάδι.
Και πριν απ’ αυτό, ο κρυμμένος κόσμος.
Να γιατί γεννήθηκες: για να με σωπάσεις.
Κύτταρα της μητέρας και του πατέρα μου, είναι η σειρά σας
να γίνετε ο άξονας, να γίνετε το αριστούργημα.
Αυτοσχεδίαζα, ποτέ δε θυμήθηκα.
Τώρα είναι η σειρά σου να προσπαθήσεις,
είσαι εκείνος που θέλει να ξέρει:
Γιατί υποφέρω; Γιατί αγνοώ;
Κύτταρα σε βαθύ σκοτάδι. Κάποια μηχανή μας έφτιαξε,
είναι η σειρά σου να της αποταθείς, να πας και να ρωτήσεις
για ποιο λόγο υπάρχω; Για ποιο σκοπό;

http://www.english.uiuc.edu/maps/poets/g_l/gluck/gluck.htm

http://www.poetryfoundation.org/archive/poem.html?id=179777

Tuesday

Winter 1, by Patrick Lane


Χειμώνας Ι

Η γενναιοδωρία του χιονιού, ο τρόπος του να συγχωρεί
την αμαρτία, σκεπάζοντας τις πολλές προδοσίες
κι αφήνοντας τον κόσμο
ακριβώς όπως ήταν. Σκέψου τον άνθρωπο
που βαδίζει αιώνια κι ανταμώνει τ’ αχνάρια του
κι αντιλαμβάνεται ότι κάνει κύκλους. Σκέψου
την απογοήτευσή του. Δες τον πώς ανοίγει δρόμο ξανά
σε καινούργια κατεύθυνση, ελπίζοντας αυτή η πορεία
να τον βγάλει κάπου. Σκέψου πόσο πιο
ευτυχής θα είναι αυτή τη φορά με τον άνεμο
ολόγυρά του, τον άνεμο που καλύπτει τ’ αχνάρια του.

Αυτόν τον άνθρωπο σκέφτεται,
τι τον παρακινεί να συνεχίζει άραγε.
Η σκέψη του χιονιού,
οι μικροί λευκοί κόκκοι που εισχωρούν
μες στις τρύπες όπου πέρασαν τα βήματά του,
παραγεμίζοντάς τες,
μη μείνει τόπος στην απελπισία.

Patrick Lane

Wednesday

To a Friend Whose Work Has Come to Triumph, by Anne Sexton

Σ' 'Ενα Φίλο που το Έργο του Θριαμβεύει
Σκέψου τον Ίκαρο, να κολλά επάνω του εκείνα τα φτερά,
να δοκιμάζει το παράξενο μικρό λουρί στους ώμους του,
και συλλογίσου την πρώτη ιδανική στιγμή εκεί ψηλά
πάνω απ’ το λαβύρινθο. Πόσο διαφορετικά ήταν όλα!
Τα δέντρα εκεί κάτω, άχαρα σαν καμήλες,
εδώ πάνω ξεπετιούνται ξαφνιασμένα τα ψαρόνια
κι αναλογίσου, ο άβγαλτος Ίκαρος τα καταφέρνει μια χαρά.
Σα μεγάλο ιστιοφόρο, πάνω απ’ την ομίχλη και τη μπόρα
του ωραίου ωκεανού, πηγαίνει. Τι όμορφα φτερά!
Νιώσε τη φωτιά στο λαιμό του και δες που απρόσεχτα
κοιτάζει ψηλά και τον αρπάζει και τον σέρνει μες στο θαύμα του
το διάπυρο μάτι. Τι πειράζει που στο τέλος έπεσε στη θάλασσα;
Δες τον, χαιρετίζει τον ήλιο κι ευθύς καταβυθίζεται
ενώ ο λογικός πατερούλης του πηγαίνει κατ’ ευθείαν για την πόλη.

http://www.english.uiuc.edu/maps/poets/s_z/sexton/sexton.htm

http://www.americanpoems.com/poets/annesexton/638

Daedalus and Icarus, Domenico Piola (1670)http://web.tiscali.it/mitologia/Icaro.htm

Saturday

When God Laughs, by Jack London

Όταν ο Θεός Γελά[1]

Οι θεοί, οι θεοί είναι ισχυρότεροι
Ο χρόνος καταρρέει εμπρός τους
Οι άνθρωποι γονατίζουν, προσκυνούν
Προσευχές και θρήνους στέλλουν
Ωσάν θυμίαμα προς αυτούς
Γιατί αυτοί είναι θεοί, Φελίς
[2]

Ο Καρκινέζ[3] επιτέλους χαλάρωνε. Έριξε μια ματιά στα παράθυρα που έτριζαν, σήκωσε τα μάτια του στα δοκάρια της οροφής, άκουσε για μια στιγμή το άγριο βουητό από τα νοτιοανατολικά καθώς χτυπούσε το μπανγκαλόου με την ωρυγή του διάσελου. Ύστερα σήκωσε το ποτήρι του μπροστά στη φωτιά και γέλασε χαρούμενα μέσ’ από το χρυσαφένιο κρασί.
‘‘Είναι ωραίο’’ είπε. ‘‘Γλυκό και μυρωδάτο. Είναι το κρασί που φτιάχνουν οι γυναίκες για να πίνουν οι γκριζοντυμένοι άγιοι.’’
‘‘Το καλλιεργούμε στους ζεστούς μας λόφους’’ αποκρίθηκα με εύλογη καλιφορνέζικη περηφάνια. ‘‘Στους αμπελώνες απ’ όπου πέρασες χτες.’’
Άξιζε τον κόπο να κάνεις τον Καρκινέζ να χαλαρώνει. Άλλωστε, δεν ένιωθε πραγματικά ο εαυτός του παρά όταν αισθανόταν τη μεστή θέρμη του κρασιού να τραγουδά μέσα στο αίμα του. Ήταν καλλιτέχνης, πράγματι, πάντα καλλιτέχνης. αλλά δίχως το ποτό χαμήλωναν οι τόνοι του κι η σπιρτάδα αποτραβιόταν, θα ‘λεγες, από τη σκέψη του και κινδύνευε να γίνει θανάσιμα βαρετός, σαν βρετανική Κυριακή. όχι βαρετός όπως οι άλλοι άνθρωποι, αλλά βαρετός σε σχέση με τον σπιρτόζο άνθρωπο που ήταν ο Μόντε Καρκινέζ όταν ένιωθε πραγματικά ο εαυτός του.
Μα μη φανταστείτε ότι ο αγαπητός μου φίλος και πολυαγαπητός μου σύντροφος Καρκινέζ ήταν μεθύστακας. Κάθε άλλο. Σπάνια έχανε τον έλεγχο. Όπως σας είπα, ήταν καλλιτέχνης. Ήξερε πότε είχε πιει αρκετά. και αρκετά για κείνον ήταν όταν έφτιαχνε η διάθεσή του, η διάθεση που εσείς κι εγώ έχουμε χωρίς να πιούμε.
Τον διέκρινε μια σοφή κι ενστικτώδης εγκράτεια που απέπνεε ελληνικότητα. Μολονότι κάθε άλλο παρά Έλληνας ήταν. ‘Είμαι Αζτέκος, είμαι Ίνκα, είμαι Ισπανός,’ συνήθιζε να λέει. Και στ’ αλήθεια κάπως έτσι έμοιαζε, ένα κράμα από παράξενες και αρχαίες φυλές, με το μελαψό του δέρμα και τα ασύμμετρα και πρωτόγονα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τα μάτια του, κάτω από πυκνά τοξωτά φρύδια, έστεκαν μακριά το εν’ από τ’ άλλο κι ήταν μαύρα μ’ ένα βαρβαρικό μαύρο, ενώ μπροστά τους ήταν μόνιμα πεσμένη μια μεγάλη τούφα μαύρα μαλλιά μέσ’ απ’ τα οποία κοίταζε σαν κατεργάρης σάτυρος πίσω από τη λόχμη. Φορούσε πάντα ένα φανελένιο πουκάμισο και μια κόκκινη γραβάτα μέσ’ απ’ το βελούδο-κοτλέ σακάκι του. Αυτή η τελευταία αντιπροσώπευε την κόκκινη σημαία (έζησε κάποτε κοντά στους σοσιαλιστές στο Παρίσι) και συμβόλιζε το αίμα και την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Δεν τον είχε δει ποτέ κανείς να φορά τίποτ’ άλλο στο κεφάλι του παρά ένα δερματόδετο σομπρέρο. Και λεγόταν ότι είχε γεννηθεί μ’ αυτό το ξεχωριστό πράγμα να καλύπτει την κεφαλή του. Μ’ απ’ όσο ξέρω αυτή η φήμη κυκλοφορούσε μόνο και μόνο για να μας δίνει την ευχαρίστηση να φανταζόμαστε αυτό το μεξικάνικο σομπρέρο να ψάχνει ταξί στο Πικαντίλυ ή να το παίρνει ο άνεμος στην κοσμοσυρροή της Εναέριας Νέας Υόρκης.
Όπως σας έλεγα, ο Καρκινέζ ζωντάνευε με το κρασί ‘όπως ο πηλός ζωντάνεψε όταν ο Θεός φύσηξε την πνοή της ζωής μέσα του,’ καθώς έλεγε κι ο ίδιος. Πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν βλάσφημα φιλικός με το Θεό και πρέπει να προσθέσω ότι κάθε άλλο παρά τον χαρακτήριζε η βλασφημία. Ήταν πάντοτε ειλικρινής και, επειδή ξεχείλιζε από παράδοξα, εξαιρετικά παρεξηγημένος από εκείνους που δεν τον ήξεραν. Άλλοτε ήταν απολύτως άξεστος ωσάν ωρυόμενος αγριάνθρωπος κι άλλοτε ευαίσθητος σαν κοριτσόπουλο ή εκλεπτυσμένος ως Ισπανός. Αλλά, βέβαια, μήπως δεν ήταν Αζτέκος, Ίνκα, Ισπανός;
Και τώρα πρέπει να σας ζητήσω να με συγχωρήσετε που του παραχώρησα τόσο χώρο. είναι φίλος μου και τον αγαπώ. Το σπίτι σειόταν απ’ τη θύελλα κι εκείνος τραβήχτηκε κοντύτερα στη φωτιά και της γέλασε μέσ’ απ’ το κρασί του. Με κοίταξε και, από την περισσή λάμψη στα μάτια του κι από τη ζωηράδα τους, ήξερα ότι τελικά είχε κουρδιστεί στο σωστό τόνο.
‘‘Έτσι, λοιπόν, νομίζεις ότι νίκησες τους θεούς;’’ μπήκε στο θέμα.
‘‘Γιατί τους θεούς;’’
‘‘Ποια άλλη παρά η δική τους βούληση εγκατέστησε στον άνθρωπο το χορτασμό;’’ φώναξε.
‘‘Και πόθεν η βούληση σε μένα ν’ αποφεύγω το χορτασμό;’’ ρώτησα θριαμβικά.
‘‘Οι θεοί είναι πάλι’’ γέλασε. ‘‘Το δικό τους παιχνίδι παίζουμε. Εκείνοι ανακατεύουν και μοιράζουν τα χαρτιά… και κερδίζουν τα στοιχήματα. Μη νομίζεις ότι ξέφυγες επειδή έφυγες από τις τρελές πολιτείες. Εσύ, με τους αμπελοντυμένους λόφους σου, με τις ανατολές και τα δειλινά σου, με το σπιτικό φαγητό και τον λιτό κι απέριττο τρόπο της ζωής σου!
’’Σε παρατηρώ αφότου ήρθα. Δε νίκησες. Παραδόθηκες. Έκλεισες συμφωνία με τον εχθρό. Ομολόγησες ότι κουράστηκες. Ύψωσες τη λευκή σημαία της κόπωσης. Κρέμασες μια ανακοίνωση που λέει ότι η ζωή εξασθενεί μέσα σου. Το ‘σκασες απ’ τη ζωή. Έκανες ένα κόλπο, ένα άθλιο κόλπο. Ματαίωσες το παιχνίδι. Αρνήθηκες να παίξεις. Πέταξες τα χαρτιά σου κάτω απ’ το τραπέζι και το ‘σκασες να κρυφτείς, εδώ ανάμεσα στους λόφους σου.’’
Τίναζε πίσω τα ίσια του μαλλιά και τα μάτια του πετούσαν σπίθες ενώ σπάνια διέκοπτε, ίσα για να τυλίξει ένα μακρύ, καφέ, μεξικάνικο τσιγάρο.
‘‘Μα οι θεοί γνωρίζουν. Είναι παλιό το κόλπο. Η ανθρωπότητα γενιές τώρα το παλεύει… και χάνει. Οι θεοί γνωρίζουν ν’ αντιμετωπίζουν κάποιους σαν εσένα. Αναζητάς για να έχεις κι έχεις για να χορταίνεις. Αλλά εσύ, με τη σοφία σου, αρνείσαι ν’ αναζητάς πλέον. Επέλεξες την αποχή. Θα χορτάσεις αποχή. Αποφεύγεις, λες, το χορτασμό! Τον έχεις απλώς ανταλλάξει με το γήρας. Και το γήρας είναι μια άλλη ονομασία για το χορτασμό. Είναι η προσποίηση του χορτασμού. Πφ!’’
‘‘Μα για κοίταξέ με’’ του έβαλα τις φωνές.
Ο Καρκινέζ είχε αυτό το δαιμόνιο, να σου παρουσιάζει τις αδυναμίες σου, να σε κάνει κουρέλι και συντρίμμι.
Με κοίταξε περιφρονητικά από την κορυφή ως τα νύχια.
‘‘Βλέπεις κανένα σημάδι;’’ του αντέταξα.
‘‘Η φθορά είναι ύπουλη’’ ανταπάντησε. ‘‘Είσαι ένας διεφθαρμένος γέρος.’’
Γέλασα και του συγχώρησα την ακραία φαυλότητα. Αλλ’ εκείνος αρνήθηκε τη συγνώμη.
‘‘Δεν ξέρω τι λέω, νομίζεις;’’ ρώτησε. ‘‘Οι θεοί πάντα νικούν. Έχω παρακολουθήσει για χρόνια ανθρώπους να παίζουν κάτι που έμοιαζε με κερδισμένο παιχνίδι. Στο τέλος έχαναν.’’
‘‘Εσύ δεν κάνεις ποτέ λάθος;’’ ρώτησα.
Φύσηξε πολλά στοχαστικά δαχτυλίδια καπνού πριν αποκριθεί.
‘‘Ναι, παραλίγο να εξαπατηθώ, κάποτε. Θα σου διηγηθώ την ιστορία. Ήταν κάποιος Μάρβιν Φισκ. Τον θυμάσαι; Μ’ ένα πρόσωπο σαν του Δάντη και την ψυχή του ποιητή που έψαλλε τους ύμνους του για τη σάρκα, αληθινός ιερέας του Έρωτα. Ήταν επίσης κάποια Έθελ Μπέιρντ, που κι αυτή πρέπει να τη θυμάσαι.’’
‘‘Μια ένθερμη αγία’’ είπα.
‘‘Αυτή είναι! Ιερή σαν τον Έρωτα. και γλυκύτερη! Μια γυναίκα, φτιαγμένη για έρωτα. ωστόσο, πώς να το πω; τη διαπότιζε μια ιερότητα όπως τον αέρα σου εδώ τον διαποτίζει το άρωμα των λουλουδιών. Λοιπόν, παντρεύτηκαν. Έκαναν παιχνίδι με τους θεούς.’’
‘‘Και νίκησαν, με δόξα και τιμή!’’ τον διέκοψα.
Ο Καρκινέζ με κοίταξε με οίκτο κι η φωνή του ακούστηκε σαν καμπάνα σε κηδεία.
‘‘Έχασαν. Έχασαν παταγωδώς. έδρεψαν την υπέρτατη ήττα.’’
‘‘Μα ο κόσμος πιστεύει το αντίθετο’’ τόλμησα με επιφύλαξη.
‘‘Ο κόσμος εικάζει. Ο κόσμος βλέπει μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων. Αλλά εγώ ξέρω. Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί έγινε μοναχή, γιατί θάφτηκε σ’ αυτή την καταθλιπτική μονή των ζωντανών νεκρών;’’
‘‘Γιατί τον αγαπούσε πολύ κι όταν εκείνος πέθανε …’’
Οι λέξεις πάγωσαν στα χείλη μου από τη χλεύη του Καρκινέζ.
‘‘Η ίδια απάντηση’’ είπε, ‘‘μηχανοποιημένη σαν ένα κομμάτι ντρίλια. Η κρίση του κόσμου! Και τι ξέρει ο κόσμος; Όπως εσύ κι εκείνη δραπέτευσε από τη ζωή. Εξαντλήθηκε. Ύψωσε τη λευκή σημαία της κόπωσης. Και ποτέ καμιά πολιορκημένη πόλη δε σήκωσε αυτή τη σημαία μέσα σε τόσα δάκρυα και τόση πίκρα.
’’Και τώρα θα σου διηγηθώ όλη την ιστορία και πρέπει να με πιστέψεις, γιατί ξέρω. Αναμετρήθηκαν με το πρόβλημα του χορτασμού. Αγαπούσαν τον Έρωτα. Γνώριζαν στο έπακρο και την παραμικρή αξία του Έρωτα. Τον αγαπούσαν τόσο πολύ ώστε ήταν πρόθυμοι να διατηρήσουν πάντα τη θέρμη και την ανατριχίλα στην καρδιά τους. Καλωσόρισαν τον ερχομό του. φοβήθηκαν να τον δουν ν’ αναχωρεί.
’’Ο Έρωτας ήταν επιθυμία, υποστήριζαν, μια γλυκιά τυραννία. Αναζητούσε την ανακούφισή του αλλά, όταν έβρισκε αυτό που έψαχνε, πέθαινε. Ζωντανός Έρωτας ήταν ο αποστερημένος. Ο εκπληρωμένος Έρωτας ήταν Έρωτας νεκρός. Με παρακολουθείς; Κατανόησαν ότι δεν είναι στη φύση της ζωής να είσαι διαρκώς πεινασμένος ακόμα και γι’ αυτά που έχεις. Να τρως και πάλι να πεινάς. Ο άνθρωπος ποτέ δεν το κατόρθωσε αυτό. Το πρόβλημα του χορτασμού. Αυτό είναι. Να έχεις και να διατηρείς την όρεξη στις κοφτερές παρυφές της στέρησης, στο όριο της οδύνης. Αυτό ήταν το πρόβλημά τους, επειδή αγαπούσαν τον Έρωτα. Συχνά το συζητούσαν, με όλο το γλυκύ πάθος του Έρωτα να ξεχειλίζει από τα μάτια τους. το ερυθρό του αίματός του ν’ απλώνεται στα μάγουλά τους. τη φωνή του να παίζει με τον ήχο της φωνής τους, τη μια να κρύβεται σαν τρέμολο στο λαιμό τους και την άλλη να σκιάζει τον τόνο τους μ’ εκείνη την ανείπωτη τρυφερότητα που μόνο εκείνος μπορεί να εκστομίσει.
’’Πώς τα ξέρω όλ’ αυτά; Είδα πολλά. Και περισσότερα διάβασα στο ημερολόγιό της. Αυτό που θ’ ακούσεις το βρήκα εκεί, είναι της Φιόνα Μακλάουντ:[4] ‘Γιατί, αληθινά, αυτή η πλάνα φωνή, τούτος ο αχνός ψίθυρος, αυτή η δροσόγλυκη αναπνοή, ετούτη η φλόγα που χορεύει με την άρπα, που κανείς δεν έχει δει παρά για μια μικρή στιγμή, σαν τρεμοπαίζει το ουράνιο τόξο της χαράς, ή σαν ξάφνου φλογερό το πάθος αστράψει, αυτό το εξαίσιο μυστήριο που ονομάζουμε Αγάπη, φτάνει, μόνο σε μερικούς εκστατικούς ονειροπόλους, όχι μ’ ένα τραγούδι στα χείλη που όλοι μπορούν ν’ ακούσουν, ούτε μ’ ένα εύθυμο βιολί που παίζει, αλλά σαν να σε κυριεύει η έκσταση, σαν να σ’ αφήνει άλαλο η λαχτάρα.’
’’Πώς να διατηρήσεις τη φλόγα του να χορεύει με την άρπα κι άλαλος να μένεις από τη λαχτάρα του; Αν τον απολαύσεις, θα τον χάσεις. Η αγάπη που είχαν ο ένας για τον άλλο ήταν μια μεγάλη αγάπη. Τους πλημμύριζε αφθονία συναισθημάτων. ωστόσο προτιμούσαν να διατηρούν ζωντανό τον έρωτά τους κρατώντας τον στις κοφτερές παρυφές της στέρησης.
’’Ούτε ήταν μικρά κι ανόητα ξεπεταρούδια που έπαιζαν πλατωνικά στο κατώφλι του Έρωτα. Ήταν υγιείς και συνειδητοποιημένες ψυχές. Είχαν ερωτευτεί στο παρελθόν, με άλλους, πριν συναντηθούν. Και τότε είχαν πνίξει τον Έρωτα μέσα στα χάδια και τον είχαν σκοτώσει μέσα στα φιλιά και τον είχαν θάψει μέσα στο σκάμμα του χορτασμού.
’’Δεν ήταν κρύα φαντάσματα αυτός ο άντρας κι αυτή η γυναίκα. Ήταν ζεστοί άνθρωποι. Δεν κυλούσε σαξονικό φλέγμα στις φλέβες τους. Φλέγονταν. Το αίμα τους ήταν ρόδινο σαν ηλιοβασίλεμα. Δεν περιείχε τίποτα από το ψυχρό, θλιβερό υγρό που έχουν οι Άγγλοι αντί για αίμα. Είχαν τη χαρούμενη γαλλική σάρκα εκ φύσεως. Ήταν ιδεαλιστές, αλλά μ’ έναν γαλλικό ιδεαλισμό. Δεν τους χαρακτήριζε η απάθεια. Ήταν αμερικανοί, προέρχονταν από εγγλέζους, αλλ’ ωστόσο δεν κατέχονταν απ’ αυτή την εγγλέζικη νοοτροπία της αποχής και της αυταπάρνησης.
’’Έτσι ήταν, όπως ακριβώς σου τους περιγράφω, φτιαγμένοι για τη χαρά, μόνο που πραγματοποίησαν μια σκέψη. Η κατάρα της σκέψης! Έπαιξαν με τη λογική και αυτή ήταν η δική τους λογική. Αλλά πρώτα θα σου διηγηθώ μια κουβέντα που είχαμε ένα βράδυ. Αφορούσε στη Μαντλίν ντε Μωπέν την ηρωίδα του Γκωτιέ.[5] Θυμάσαι αυτό το κορίτσι; Φιλήθηκε μια φορά και μόνο μια φορά και δεν ξαναφιλήθηκε πια. Όχι γιατί δε βρήκε γλύκα στα φιλιά, αλλά γιατί φοβήθηκε ότι θα μπούχτιζε με την επανάληψή τους. Ο χορτασμός ξανά! Δοκίμασε να παίξει με τους θεούς χωρίς μάρκες. Αλλά αυτό έρχεται σε αντίθεση μ’ έναν κανόνα του παιχνιδιού που οι ίδιοι οι θεοί έχουν φτιάξει. Μόνο που οι κανόνες δεν κυκλοφορούν πάνω στο τραπέζι. Οι θνητοί παίζουν για να μάθουν τους κανόνες.
’’Λοιπόν, μ’ αυτή τη λογική συζητούσαν ο άντρας και η γυναίκα: Γιατί να φιληθούμε μόνο μια φορά; Κι αν το να φιληθούμε μόνο μια φορά είναι σοφό, δεν είναι σοφότερο να μη φιληθούμε καθόλου; Έτσι θα κρατούσαν τον Έρωτα ζωντανό. Νήστευαν, ώστε να χτυπά για πάντα στις καρδιές τους.
’’Ίσως ήταν η κληρονομιά τους να πραγματοποιήσουν αυτή την ανίερη σκέψη. Η βούληση του είδους μερικές φορές ξεπερνά κάθε φαντασία. Μ’ αυτόν τον τρόπο τους καταράστηκε η Αλβιών, στολίστηκε συνωμοτικά και με ψυχρό υπολογισμό σαν αχαλίνωτο, θρασύ, πανούργο θηλυκό. Τελικά, δεν ξέρω. Αλλά εκείνο που ξέρω είναι ότι η υπέρμετρη επιθυμία τους για τη χαρά τους έκανε ν’ αρνηθούν τη χαρά.
’’Όπως έλεγε εκείνος (το διάβασα πολύ αργότερα σ’ ένα γράμμα του σε κείνη): ‘Να σε κρατώ στην αγκαλιά μου κι ωστόσο να ‘σαι μακριά. Να σε ποθώ και ποτέ να μη σ’ έχω κι έτσι να ‘σαι πάντοτε δική μου.’ Κι εκείνη έγραφε: ‘Για να ‘σαι διαρκώς τόσο δα μακριά μου. Πάντα να σε κατακτώ κι ωστόσο ποτέ να μη σε αποκτώ. Κι έτσι να κρατήσει για πάντα, με την ίδια πάντοτε φρεσκάδα και με την ίδια πρώτη έξαψη επάνω μας.’
’’Δεν είναι αυτά τα λόγια τους. Η γλώσσα μου κατακρεουργεί την ερωτική φιλοσοφία. Και ποιος είμαι εγώ ν’ ανασκαλεύω τα μυστικά τους; Ένας βάτραχος είμαι στις υγρές παρυφές του μεγάλου σκότους και κοιτάζω με γουρλωμένα μάτια το μυστήριο και το θαύμα των φλογισμένων ψυχών τους.
’’Και είχαν δίκιο, για όσο τα κατάφερναν. Όλα είναι καλά όσο δεν τα κατέχουμε. Ο χορτασμός και η κατοχή είναι άλογα του Θανάτου. πάνε μαζί.
’’‘Κι ο χρόνος μας διδάσκει μόνο να διευρύνουμε
τη θέρμη της έκστασής μας με την αναλαμπή της συνήθειας.’
’’Το πήραν από ένα σονέτο του Άλφρεντ Ώστιν.[6] Έχει τίτλο ‘Η Σοφία του Έρωτα.’ Ήταν το μοναδικό φιλί της Μαντλίν ντε Μωπέν. Πώς συνέχιζε;
’’‘Φιλιόμαστε κι αποχωριζόμαστε. δεν πάμε παραπέρα
Καλύτερος ο θάνατος παρά εμείς ταπεινοί από περήφανοι
Παρά η φθορά ή ο μαρασμός κι η αδυναμία από τη δύναμη.’
’’Μα αυτοί ήταν πιο σοφοί. Δε φιλιόνταν κι αποχωρίζονταν. Δε φιλιόνταν καθόλου. κι έτσι σχεδίαζαν να διατηρήσουν τον Έρωτά τους στο ύψιστο αποκορύφωμα. Παντρεύτηκαν. Ήσουν στην Αγγλία τότε. Και δεν ξανάγινε τέτοιος γάμος. Κράτησαν το μυστικό τους. Δεν ήξερα, τότε. Η θέρμη της έκστασής τους δεν ψύχραινε. Η λαμπρότητα της αγάπης τους μεγάλωνε. Τίποτα τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ. Ο καιρός περνούσε, οι μήνες, τα χρόνια και ποτέ ετούτη η φλόγα που χορεύει με την άρπα δεν ήταν πιο απαστράπτουσα.
’’Όλοι τους θαύμαζαν. Ήταν οι αξιοζήλευτοι θεσπέσιοι εραστές. Οι γυναίκες τάχα τη σπλαχνίζονταν γιατί δεν είχε παιδιά. έτσι εκφράζεται η ζήλια από τέτοια πλάσματα.
’’Ούτ’ εγώ ήξερα το μυστικό τους. Τους έβλεπα και τους θαύμαζα. Στην αρχή περίμενα, υποσυνείδητα φαντάζομαι, ότι θα παρέλθει ο έρωτάς τους. Ύστερα αντιλήφθηκα ότι ο Καιρός παρερχόταν και ο Έρωτας παρέμενε. Μ’ έπιασε η περιέργεια. Ποιο να ‘ταν το μυστικό τους; Ποια ήταν τα μαγικά δεσμά του Έρωτά τους; Πώς κρατούσαν δικό τους το άχαρο ξωτικό; Με ποιο ελιξίριο αιώνιας αγάπης είχαν μεθύσει σαν τον Τριστάνο και την Ιζόλδη του παλιού καιρού; Και ποιο χέρι είχε παρασκευάσει το ερωτικό τους νέκταρ;
’’Όπως σου έλεγα, ήμουν περίεργος και τους παρατηρούσα. Ήταν τρελά ερωτευμένοι. Ζούσαν το ατέλειωτο πανηγύρι του Έρωτα. Το γιόρταζαν. Τους διαπότιζε η τέχνη και η ποίηση του Έρωτα. Όχι, δεν ήταν νευρωτικοί. Ήταν σώφρονες και υγιείς και ήταν καλλιτέχνες. Και είχαν κατορθώσει το ακατόρθωτο. Είχαν πετύχει την απέθαντη επιθυμία.
’’Όσο για μένα, έβλεπα το θαύμα του παντοτινού Έρωτά τους. Με μπέρδευε και μ’ έκανε ν’ απορώ. Και, τότε, μια μέρα…’’
Ο Καρκινέζ σταμάτησε ξαφνικά. ‘‘Έτυχε να διαβάσεις το ‘Όταν η Αγάπη Περιμένει’;’’ ρώτησε.
Έγνεψα.
‘‘Ο Πέιτζ το έγραψε, ο Κέρτις Χίντεν Πέιτζ,[7] αν θυμάμαι σωστά. Ήταν λοιπόν κάποιοι στίχοι του που μου έδωσαν την ιδέα. Μια μέρα, στον καναπέ στο παράθυρο κοντά στο μεγάλο πιάνο – τη θυμάσαι πώς έπαιζε; Γελούσε και αμφέβαλλε, νομίζω, αν πήγαινα να τους δω ή για ν’ ακούσω μουσική. Μ’ έλεγε ‘μουσικοπότη’ και ‘ηχομέθυσο’. Κι εκείνος, τι φωνή! Όταν τραγουδούσε πίστευα στην αθανασία, η εκτίμησή μου για τους θεούς μεγάλωνε και μηχανευόμουν τρόπους και μέσα με τα οποία θα τους νικούσα αυτούς και τα κόλπα τους.
’’Ήταν να τους χαίρεται ο Θεός, αυτός ο άντρας κι αυτή η γυναίκα, χρόνια παντρεμένοι να τραγουδούν ερωτικά τραγούδια με μια παρθενική φρεσκάδα λες κι ήταν ο ίδιος ο Έρωτας νεογέννητος και, ταυτόχρονα, με μια ωριμότητα κι έναν πλούτο συναισθημάτων που οι νεαροί εραστές δεν κατέχουν. Οι νεαροί εραστές ήταν ωχροί κι ασθενικοί πλάι σ’ αυτό το από χρόνια παντρεμένο ζευγάρι. Τους έβλεπες, γεμάτους φλόγα και πάθος και τρυφερότητα. να ριγούν από μακριά και ν’ αλλάζουν άφθονα τα χάδια με τα μάτια και με τη φωνή, με κάθε πράξη, με κάθε σιωπή. Η αγάπη τους οδηγούσε τον ένα στον άλλο κι εκείνοι στέκονταν φτερουγίζοντας σαν πεταλουδίτσες ο ένας μπρος στου άλλου το φως και στροβιλίζονταν ο ένας γύρω από του άλλου τη φλόγα σε ξέφρενες περιστροφές και φτεροκοπούσαν σε μια απίστευτη τροχιά! Θα ‘λεγες, υπακούοντας σε κάποιο φυσικό νόμο, ισχυρότερο από τη βαρύτητα και πιο εκλεπτυσμένο, ότι θα ‘λιωναν ο ένας μέσα στον άλλο εκεί μπροστά στα μάτια σου. Δεν είναι ν’ απορείς που τους αποκαλούσαν θεσπέσιους εραστές.
’’Παρεκτράπηκα. Λοιπόν, στην ιστορία μας. Μια μέρα στον καναπέ στο παράθυρο βρήκα ένα βιβλίο ποίησης. Άνοιξε μόνο του, προδίδοντας που άνοιγε συνήθως, στο ‘Όταν η Αγάπη Περιμένει’. Στη σελίδα, που ήταν φανερά τα σημάδια από τη συχνή χρήση, διάβασα:
’’‘Πόσο είναι γλυκό μαζί να είμαστε και όμως χώρια
Να γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο καλλίτερα, αλλά
Την τρυφερή, υπέροχη αίσθηση από τ’ άγγιγμά μας …
Ω, αγάπη μου, όχι ακόμα! … Γλυκύ ας κρατήσουμε τον έρωτά μας
Περιτυλιγμένον στο ευλογημένο μυστήριο για λίγο,
Το μυστικό ας περιμένουμε των χρόνων που έρχονται,
Έρχονται μα όχι, όχι ακόμα … αργότερα … όχι ακόμα …
Ω, ας αφήσουμε την αγάπη να βλασταίνει!
Γιατί σαν ανθοφορήσει ίσως να πεθάνει.
Ας τη θρέψουμε με νοητά φιλιά να κοιμηθεί
Πλαγιασμένη στην απάρνηση για λίγο ας μένει …
Ω, για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμη.’
’’Έκλεισα το βιβλίο και κάθισα εκεί σιωπηλός κι ακίνητος για πολλή ώρα. Είχα σαστίσει από την καθαρότητα της εικόνας όπως μου την αποκάλυψε το ποίημα. Ήταν επιφοίτηση. Ήταν σαν αστροπελέκι του Θεού στον Άδη. Αποκοίμιζαν τον Έρωτα, το αλλοπρόσαλλο ξωτικό, τον πρόδρομο της νέας ζωής, της νέας ζωής που επιβάλλεται να γεννηθεί!
’’Επανέλαβα τους στίχους με το νου μου: ‘Όχι ακόμα, αργότερα. ω, αγάπη μου, όχι ακόμα. ας τη θρέψουμε με νοητά φιλιά να κοιμηθεί.’ Και γέλασα δυνατά, χα! χα! Είδα καθαρά τις αθώες ψυχές τους. Ήταν παιδιά. Δεν καταλάβαιναν. Έπαιζαν με το πυρ της Φύσης και πλάγιαζαν με γυμνά σπαθιά. Γελούσαν με τους θεούς. Αναχαίτιζαν την κοσμική αλκή. Εφηύραν ένα σύστημα και το ‘φεραν στο τσόχινο τραπέζι της ζωής και νόμισαν ότι θα κερδίσουν. ‘Πρόσεχε!’ αναφώνησα. ‘Οι θεοί είναι πίσω απ’ το τραπέζι. Φτιάχνουν καινούργιους κανόνες για κάθε σύστημα που επινοείται. Κανείς δε μπορεί να κερδίσει.’
’’Δεν έκρουσα τον κώδωνα του κινδύνου. Περίμενα. Θα καταλάβαιναν ότι το σύστημά τους δεν άξιζε και θα τα παρατούσαν. Θα ευχαριστούσαν τους θεούς για την ευτυχία που τους πρόσφεραν και θα ‘παυαν να πασχίζουν να δρέψουν περισσότερη.
’’Τους παρατηρούσα. Δεν έλεγα τίποτα. Οι μήνες συνέχιζαν να πηγαίνουν και να έρχονται κι οι παρυφές της στέρησης του έρωτά τους γίνονταν πιο κοφτερές. Δεν επέτρεψαν να τις αμβλύνει ούτ’ ένα ερωτικό αγκάλιασμα. Τις τρόχιζαν και τις ακόνιζαν με αυταπάρνηση και τις έκαναν όλο και πιο κοφτερές. Αυτό συνεχιζόταν κι εγώ άρχισα ν’ αναρωτιέμαι: κοιμούνταν οι θεοί; Απορούσα: πέθαναν; Γελούσα μόνος μου. Ο άντρας κι η γυναίκα είχαν κάνει το θαύμα. Είχαν ξεπεράσει το Θεό. Είχαν ντροπιάσει τη σάρκα κι είχαν κηλιδώσει το πρόσωπο της καλής Μητέρας Γης. Είχαν παίξει με τη φωτιά και δεν είχαν καεί. Ήταν απρόσβλητοι. Ήταν οι ίδιοι θεοί. ξεχώρισαν το καλό από το κακό και δε δοκίμασαν. ‘Έτσι θα γίνουμε θεοί;’ αναρωτήθηκα. ‘Είμαι ένας βάτραχος,’ είπα. ‘Και τα μάτια μου είναι τυφλά εμπρός σε τούτο το θαύμα που θωρούν. Κομπάζω για τη σοφία μου και κρίνω τους θεούς.’
’’Κι όμως, παρά την ύστερη σοφία μου, είχα πάλι άδικο. Αυτοί δεν ήταν θεοί. Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα: τρυφερός πηλός, που στέναζαν και ριγούσαν πλήρεις επιθυμίας, που δονούνταν μ’ αυτή την παράδοξη αδυναμία που δε γνωρίζουν οι θεοί.’’
Ο Καρκινέζ διέκοψε την αφήγησή του για να τυλίξει άλλο ένα τσιγάρο και να γελάσει άγρια. Αλλά δεν ήταν γέλιο αυτό, ήταν μάλλον ο χλευασμός του διαβόλου. κι υψώθηκε και διέρρηξε την ωρυγή της καταιγίδας κι επέστρεψε στ’ αυτιά μας πνιγμένος στο χαλασμό του έξω κόσμου.
‘‘Είμ’ ένας βάτραχος,’’ είπε απολογητικά. ‘‘Πώς να το καταλάβουν; Ήταν καλλιτέχνες, δεν ήταν βιολόγοι. Γνώριζαν τον πηλό της κεραμικής τέχνης, αλλά δε γνώριζαν τον πηλό από τον οποίο ήταν φτιαγμένοι. Αλλά, πρέπει να παραδεχτώ, έπαιξαν με τα δύσκολα. Δεν ξανάγινε τέτοιο παιχνίδι και πολύ αμφιβάλλω αν ξαναγίνει ποτέ.
’’Ουδέποτε εραστές γνώρισαν την έκσταση όπως εκείνοι. Δε σκότωναν τον Έρωτά τους με φιλιά. Τον δυνάμωναν με την άρνηση. Και με την άρνηση τον οδηγούσαν ως εκεί που ξεχείλιζε η επιθυμία. Και η φλόγα που χορεύει με την άρπα ανάδευε τον αέρα ανάμεσά τους μέχρι λιγοθυμιάς. Παραληρούσαν από Έρωτα κι αυτό αμείωτα συνεχιζόταν και μεγεθυνόταν μάλιστα με τις βδομάδες και τους μήνες που περνούσαν.
’’Λαχταρούσαν και ποθούσαν και ζούσαν όλες τις γλυκές αγωνίες και τους τρυφερούς πόνους με τέτοια ένταση που ουδέποτε πριν ένιωσαν εραστές μα ούτε και μετά.
’’Ως που κάποια μέρα οι νωθροί θεοί έπαψαν να κατανεύουν. Σηκώθηκαν και κοίταξαν τον άντρα και τη γυναίκα που τους αψηφούσαν. Εκείνο το πρωί ο άντρας κι η γυναίκα κοίταξαν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου κι ήξεραν ότι κάτι είχε συμβεί. Είχε να κάνει με τη φλόγα που χόρευε. Είχε φύγει, ήσυχα, μέσα στη νύχτα, από το ασκητήριό τους.
’’Κοίταξαν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου και είδαν ότι δεν υπήρχε τίποτα. Η επιθυμία ήταν νεκρή. Καταλαβαίνεις; Η επιθυμία νεκρή. Και δεν είχαν φιληθεί. Ούτε μια φορά. Ο Έρωτας είχε πεθάνει. Δε θα ποθούσαν ούτε θα φλέγονταν πάλι. Δεν τους είχε μείνει τίποτα. ούτε ανατριχίλες και φτερουγίσματα και γλυκές αγωνίες, ούτε τρεμουλιάσματα και παλμοί και στεναγμοί και τραγούδια. Η επιθυμία ήταν νεκρή. Είχε πεθάνει μες στη νύχτα, πάνω στον κρύο καναπέ που ‘χε μείνει αφύλαχτη. ούτε που την είδαν να ξεψυχά. Το έμαθαν για πρώτη φορά ο ένας από τα μάτια του άλλου.
’’Οι θεοί δεν είναι ευγενικοί, συχνά όμως είναι σπλαχνικοί. Έστριψαν το σεντεφένιο μπαλάκι και σάρωσαν από το τραπέζι τα στοιχήματα. Ό,τι έμεινε ήταν ο άντρας κι η γυναίκα ν’ ατενίζουν ο ένας μέσα στα κρύα μάτια του άλλου. Και τότε πέθανε. Αυτό ήταν ευσπλαχνία. Μέσα σε μια βδομάδα ο Μάρβιν Φισκ πέθανε. Θυμάσαι το ατύχημα. Και στο ημερολόγιό της, έγραφε τότε, όπως διάβασα πολύ αργότερα στην ανθολογία του Μισέλ Κέννερλυ:[8]
’’‘Δεν πέρασε μια ώρα που να μην μπορούσαμε να ‘χουμε φιληθεί και δε φιληθήκαμε.’’’
‘‘Τι ειρωνία!’’ φώναξα.
Ο Καρκινέζ, ένας αληθινός Μεφιστοφελής μες στο βελούδινο σακάκι μπρος στο φως της φωτιάς, με κάρφωσε με τα μαύρα του μάτια.
‘‘Κι εσύ λες ότι νίκησαν. Η γνώμη του κόσμου! Σου το είπα και το ξέρω καλά. Νίκησαν όσο κι εσύ, εδώ πάνω στους λόφους σου.’’
‘‘Κι εσύ’’ αντέστρεψα με ζέση, ‘‘εσύ με τα όργιά σου από ήχους κι αισθήσεις, με τις τρελές σου πόλεις και τα ακόμα πιο τρελά γλεντοκοπήματα, εσύ νομίζεις ότι νικάς;’’
Κούνησε ράθυμα το κεφάλι του. ‘‘Επειδή εσύ, με το βουκολικό σου καθεστώς εγκράτειας, χάνεις, δε σημαίνει ότι εγώ νικώ. Δε νικάμε ποτέ. Μόνο, κάπου - κάπου νομίζουμε ότι νικήσαμε. Αυτή είναι μια μικρή αβροφροσύνη από μέρους των θεών.’’

  1. Το διήγημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό The Smart Set, Ιανουάριος 1907.
  2. Από το ποίημα Félise του βικτοριανού ποιητή Algernon Charles Swinburne (1837-1909).
  3. Πρόκειται για τον στενό του φίλο, ποιητή George Sterling (1869-1926), που συνήθιζε να προσφωνεί ‘Έλληνα’.
  4. Fiona Macleod, ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε ο σκωτσέζος συγγραφέας William Sharp (1855-1905).
  5. Theophile Gautier (1811-1872), βασκικής καταγωγής γάλλος ποιητής, πεζογράφος και θεωρητικός. Το μυθιστόρημά του Mademoiselle de Maupin εκδόθηκε το 1835.
  6. Alfred Austin (1835-1913), άγγλος poet laureate.
  7. Curtis Hidden Page (1870-1946), αμερικανός συγγραφέας, μεταφραστής και καθηγητής αγγλικής και γαλλικής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
  8. Mitchell Kennerly (1878-1950), αμερικανός εκδότης, δραστήριος προστάτης των τεχνών και βιβλιόφιλος. Διατέλεσε πρόεδρος των Anderson Galleries της Νέας Υόρκης.

http://london.sonoma.edu/

http://london.sonoma.edu/Writings/GodLaughs/godlaughs.html