Showing posts with label ποίηση. Show all posts
Showing posts with label ποίηση. Show all posts

Tuesday

μικρό φθινόπωρο

στάλες πάνω στα γυμνά μπράτσα, τους γυμνούς ώμους
στάλες στο έδαφος το στρωμένο την άσφαλτο
στάλες, βάρυνε, δακρύζει ο ουρανός
μες στο μεσημέρι του καλοκαιριού
ανακουφίζει τη δίψα της γης του
κυλάει η βροχή μαζί με τον ιδρώτα στο στήθος σου

Monday

κρυμμένοι στη δροσιά

"deciduous summer" phot@rt by Aeglie
Η σκιά στα δυτικά του βράχου το πρωί
Τα τζιτζίκια: μεσημεριανό νανούρισμα
Ο ζεστός απογευματινός άνεμος
Ο παγωμένος απογευματινός καφές
Μια ολόκληρη νωχελική ημέρα
κάτω απ’ τη δροσιά των ευκαλύπτων
Κάποτε ο ήλιος παίρνει το δρόμο για να βασιλέψει
Τότε από τις μακριές, προστατευτικές σκιές
σ’ αυτή την κρυμμένη γωνιά του τόπου
γυμνά κορμιά διασχίζουν την άσκεπη αμμουδιά
Πέφτουν και σβήνουν τη φλόγα τους στη θάλασσα
Στην άκρη στο νερό περιμένει ένα καρπούζι

Saturday

μυρίζει ανάμνηση

"pure blue" phot@rt by Aeglie
Μυρίζει κάψα, μεσημέρι
Το χώμα αχνίζει
Το κορμί μου με θυμάται
στη χρυσή πλαγιά
παιδί
να κρύβομαι μες στα σπαρτά
την ιερή ώρα που οι μεγάλοι
νανουρίζονταν
πλάι στο ρέμα
κάτω απ’ τα πλατάνια

Friday

γυναίκα στο δρόμο

άστεγη ζωή: το αδέσποτο χέρι της ταΐζει ένα μικρό πουλί σπόρους σουσάμι και στοργή

δώρο

μ’ έφτασε η φωνή σου – όχι τα λόγια, λόγια δεν άκουσα, όχι – η φωνή σου: τα χρώματα, οι δονήσεις, οι κυματισμοί της γλίστρησαν τα μαλλιά μου, κύλησαν τη ράχη μου, άνοιξαν χώρο πλάι μου να χωρέσει η καρέκλα να καθίσεις κοντά μου - το κορμί σου ανάδυε το πικρό άρωμα της επιθυμίας που δε θέλει να χορτάσει - η ζεστή σου φωνή διέστειλε τον κύκλο γύρω απ’ το τραπέζι, διέστειλε το βράδυ, τη νύχτα, τις μικρές ώρες, σαν για ν’ αργήσει το πρωί, να προλάβει το χάδι, να ξαφνιάσει το ρίγος –και πώς να δεχτώ τον έρωτα που φέρνεις δώρο

Thursday

πάτρια φλόγα

"sky flame" phot@rt by Aeglie
Η καρδιά ανακαλεί
τη μυρωδιά της πατρίδας
στο πρόσωπο ενός ανθρώπου
που αναδύθηκε τη ζωή
στα ίδια χώματα
Ο νους ακούει τα πάτρια νερά
πώς χύνονται
στη θάλασσα του κόσμου
Η μνήμη φέρνει τον παιδικό άνεμο
Διατρέχει τα πρόσωπα,
εισχωρεί την ανάσα,
ξυπνά τις εγγραφές,
επιστρέφει στη γλώσσα
την αρχαία φλόγα

Friday

η 1η Μαΐου για το Γιάννη Ρίτσο

άφησέ με νάρθω μαζί σου

Πάνε εκατό χρόνια σήμερα. Ήταν στο κάστρο που είχαν στραμμένο το μάτι τους πειρατές και κουρσάροι. Χάρισα τότε ένα γιο σ’ εκείνο το αρχοντόσπιτο. Άνοιξε τα μάτια του στο φως κι είπε μες στο πρώτο κλάμα του ένα τραγούδι που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν με τον ήλιο.
Είδε τη ζωή του και μου την έδειξε: μια ωραία περιπλάνηση, σχεδόν μια δραπέτευση - δεν ξέρω από πού και για πού, - μια μυστική δραπέτευση που δίνει μια μυστικότητα στην κάθε κίνηση, όπου ανεβοκατεβαίνεις σκάλες πολλές και μεγάλους πλακόστρωτους διαδρόμους που κάνουν ν' αντηχούν απεριόριστα οι κλειδώσεις σου και που στο τέλος μένεις μόνος μ' όλο σου τον πλούτο ποδοπατημένο.
Στέναξε, γιατί ήταν μια λύπη να βλέπεις πλήθος τα σπουργίτια πεινασμένα να χαμοπετάνε στα τρυγημένα αμπέλια και μίλησε στον άνθρωπο για ν’ ακυρώσει το ματωμένο νόμο: Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Με πλάγια-έντονα γράμματα αποσπάσματα από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου: ‘όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού’, ‘η γέφυρα’, ‘ώρες βροχής’ και ‘η σονάτα του σεληνόφωτος

η προτροπή της Αγγελικής
η συμμετοχή της roadartist
σας προσκαλώ όλους να συνεχίσετε αυτή τη σειρά αφιερωμάτων στον ποιητή

Wednesday

κήποι τα σώματα

Κήποι ποτίζονται
Μοσχοβολούν
Όπως τα σώματα
Σαν ξεδιψούν στον έρωτα

Thursday

το ταξίδι

ως που η σκέψη βάρυνε στο νου του ποιητή και πήρε να γλιστράει, αργά, να φτάσει να γείρει να ησυχάσει στην καρδιά του, μα αίφνης, σ’ εκείνη την απότομη καμπή, βούτηξε και σηκώθηκαν ψηλά, άγρια τα νερά κι είχε μόλις αναχωρήσει για τη μεγάλη πτήση στη θάλασσα μέσα του

Friday

το τέλος του θανάτου


Το τέλος του φόβου
βρίσκει τον άνθρωπο
να σκαρφαλώνει τις κορυφές των καιρών
Το σκοτάδι καταλύεται
Η μνήμη σαρκώνει ό,τι γεννήθηκε
Καινούργια σώματα,
καμωμένα απ' τον πηλό του ουρανού

συμπαντική θύελλα, από την Αθηνά Σουγλέρη
 
english version

 
φιλοξενία και διατύπωση κάποιων σκέψεων

Sunday

σφιγμένα χείλη

Χλωμή Κυριακή, νωχελική
Απλωμένη στο χαλί
με τα χαρτιά της, τα μολύβια
όλη τη μέρα
Αργότερα, πριν σκοτεινιάσει
ήθελε βόλτα
Στην άκρη του δρόμου του γυρισμού
ένα μικρό πουλί
Πληγωμένο; Νεκρό;
Κι ένα παιδί από πάνω του
Βλέφαρα ακίνητα
Χείλη σφιγμένα
Πεισματικά σφιγμένα χείλη
μικρού παιδιού

Wednesday

εσπερινή επιστροφή

Επιστρέφουμε
αυτή τη μαγική εσπερινή ώρα
με τη μπόρα να δυναμώνει
κάτω απ’ το βαρύ, κλειστό ουρανό
κι ύστερα πάλι να γίνεται ψιλόβροχο
Ένα ουράνιο τόξο
στεφανώνει
τον βορειοανατολικό ορίζοντα
κι ο ήλιος χλωμός
πλαγιασμένος δυτικά
ρίχνει ένα ποτάμι φως
πάνω στις φρεσκοπλυμένες στέγες

Saturday

υγρό τραγούδι

Ξεπλένει η βροχή
την αγωνία του νου,
τον κόπο της ημέρας
Μια εκπνοή
θαμπώνει το παράθυρο
Παίζεις
Τα δάχτυλα σου
διατρέχουν το διάφανο
Καινούργιο παραμύθι
ψιθυρίζεις
Υγρό τραγούδι
τρέχει το δρόμο
σφυρίζει το σύνθημα
ανοίγει η αυλαία
βγαίνουμε στα νερά

Friday

με γυμνό οφθαλμό

Ο κυνηγός μεσουρανεί την ώρα που επιστρέφεις. Βλέπω τη ζώνη του με γυμνό οφθαλμό. Να ‘ρθεις και να πετάξεις τη ζώνη σου στο πάτωμα περιμένω. Ο γείτονας Σείριος κοιτάζει και βλέπει: πώς μας τυλίγει ο έρωτας, πάλι απόψε. Η άνοιξη ακόμα ψυχραίνει. Αύριο, επίσημα, ίση η μέρα με τη νύχτα. Εδώ, στο ένα σώμα, αντιστοιχεί το άγγιγμα στο τρεμούλιασμα. Σε σκεφτόμουν όλη μέρα και τρεμούλιαζα μέσα μου. Αναρωτιόμουν: με προδίδει το σώμα μου; Κοιτάζω τα πόδια σου - τόσο νωχελικά! - όπως μόνο εσύ ξέρεις να τα κινείς. Θα διαλυθώ, νομίζω. Ικετεύω τον αέρα ανάμεσά μας να στραφείς σε μένα.

ανεπαίσθητα

"draw up on the skies" phot@rt by Aeglie
τα δάχτυλά σου πριν με αγγίξεις 
απ’ το βουνό ένα κοτσύφι 
η φωνή σου στον ύπνο μου 
οι ήσυχοι ήχοι της νύχτας 
τα μαλλιά σου στο λαιμό μου 
ο ήλιος στο σπίτι το πρωί 
ο πρωινός αποχαιρετισμός 
η ψύχρα στα μάγουλα

Monday

ουρανός στα νερά

Καθρεφτίζεται ρόδινος ο ουρανός στα νερά. Το αυτοκίνητο τρέχει το δρόμο πλάι στη θάλασσα. Αυτή την ώρα, μόλις πριν οι εσπερινοί ξεδιπλώσουν τις σκιές τους ν’ αγκαλιάσουν γύρω τον ορίζοντα. Μυρίζει ιώδιο απ’ το ανοιχτό παράθυρο ο αέρας. Ο αέρας ανακατεύει τα μαλλιά σου. Παίρνει μαζί του το τραγούδι: How deep is the ocean, darling? How high is the sky?

how deep is the ocean, Billie Holiday

Friday

μπάτης

σηκώνεται ένας μπάτης απ’ τ’ ανατολικά νερά, στέλνει την αύρα του κι αναστατώνει τον αέρα ως ψηλά στους δυτικούς λόφους - μόλις που ο ήλιος έχει γείρει πίσω από την κορυφογραμμή, ενώ για ώρα αρκετή ακόμη καθρεφτίζεται στη λευκή πόλη που απλώνεται μπρος στα μάτια, μπρος στα πόδια μας - δροσίζει το καυτό απόγευμα, δειλά όλα νωχελικά κινούνται, παράθυρα ανοίγουν, βγαίνει κόσμος στις αυλές, τα μπαλκόνια, μ’ έναν καφέ, ένα χυμό, ένα δροσιστικό κάτι καθένας στο χέρι του, ξεδιπλώνει ένα πάνινο κάθισμα, με μια φέτα καρπούζι τα παιδιά, ο χυμός του διατρέχει το λαιμό, λερώνει το ρούχο, τρέχουν τους δρόμους,

Wednesday

ξύπνημα

ξυπνά αργά, νωχελικά η άνοιξη, ανακλαδίζεται κι αναδεύει απαλά τον αέρα - ζεστό απ’ την ανάσα της, αρωματισμένο απ’ το κορμί της - εξαπλώνει αλμυρά, κυκλικά τα κύματα γύρω της - σαν μας φτάσουν θα τρέξει ένα ρίγος - τυλίγει τροχιές τα χρώματα του πρωινού ή του μεσημεριού - εκείνη την τρυφερή ώρα που ξυπνάς: αργά το πρωί, νωρίς το μεσημέρι, όταν όλοι έχουν φύγει και μόνη στο σπίτι κρατάς την ανάσα σου ν’ ακούσεις τη δροσερή του ησυχία - του απογεύματος, που μακραίνει λίγο ακόμα κάθε μέρα, ξετυλίγει τις διάφανες σκιές, ξεδιπλώνει σε ανθό το μπουμπούκι, εκτοξεύει τον πόθο,

Tuesday

άμμος

η αμμουδιά είναι ό,τι πιο στέρεο
διατηρεί η μνήμη μου
κάθε καλοκαίρι τη συναντώ
πλάι στο ίδιο γαλάζιο
τη σηκώνω μες στη χούφτα μου
ανοίγω τα δάχτυλα
την παίρνει ο άνεμος

Friday

το άρωμα

Κάποτε, ένα κενό
βασανίζει
την αίσθηση της όσφρησης
Άλλοτε, οι μυρωδιές
αδέσποτες ριπές:
το δάκρυ
ο ιδρώτας
το αίμα
Και η στιγμή
να εισπνεύσεις βαθιά:
η βρεγμένη γη
το ζεστό ψωμί
το μωρό με τ’ όνειρό του