Showing posts with label canadian. Show all posts
Showing posts with label canadian. Show all posts

Sunday

The Long Way Through the Chairs, by M. Travis Lane

Το Μακρύ Ταξίδι Μέσ’ απ’ τις Καρέκλες


"still & curved" phot@rt by Aeglie
Η γάτα ξεκινά το μακρύ ταξίδι μέσ’ απ’ τις καρέκλες,
ασκίαστο κέντημα κίνησης, μετά
τη γραμμή ανάμεσα
δυο βελονιές, κρυφή, διακριτική, περίπλοκη.

Η απόλυτη αίσθηση ευχαρίστησης της διαδρομής
είναι ένα είδος σπάνιας ποίησης
που κάνει το ταξίδι πιο απολαυστικό
απ’ όπου ποτέ βρεθεί.

Είναι επίσης ένα είδος ζωής
αρετή της δεν είναι κάποιος ήσυχος χώρος
κουλουριασμένη στη θέρμη του αγκώνα σου, νύχτες,
ούτε αυτό που ξαπλώνει σαν μελάνι στο χαρτί, που ψεύδεται,

αλλά η αλήθεια
που ατέλειωτα εναλλάσσεται,
κρυφή, διακριτική, περίπλοκη, κίνηση
η απόλυτη απόλαυση

M. Travis Lane


Aesthetic, by Lionel Kearns

Αισθητική

Σε αγγίζει εκεί, σε αγγίζει ακριβώς
εκεί, ώστε ακινητείς, και για μια στιγμή
ενώ ένα ισχνό ηλεκτρικό ρεύμα διατρέχει
τη ραχοκοκαλιά σου και μουδιάζει τα σπλάχνα σου
ξέρεις ότι είσαι ζωντανός. Η τέχνη δεν είναι
κάτι εντός ή εκτός της ζωής. Είναι
μάλλον η μορφή που παίρνει μερικές φορές η ζωή,
σαν ένα ραβδί με τη μια άκρη ακονισμένη,
αιχμηρή.

Thursday

To Every Thing There is a Season, by Alistair MacLeod

Κάθε Πράγμα Έχει την Ώρα του

Θα σας μιλήσω εδώ για τον καιρό που ήμουν έντεκα χρονών και ζούσα με την οικογένειά μου στο μικρό μας αγρόκτημα στη δυτική ακτή του Κέιπ Μπρέτον. Η οικογένειά μου ήταν εκεί για πολύ, πολύ καιρό κι εγώ επίσης. Είναι εκείνος ο καιρός που μοιάζει με το παροιμιώδες άλλοτε. Χριστούγεννα του 1977 τώρα και, καθώς μιλώ, δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο μιλώ με τη φωνή μου εκείνου του καιρού ή με τη φωνή του ανθρώπου που έχω γίνει από τότε. Ούτε είμαι σίγουρος για τις ελευθερίες που παίρνω καθώς περιγράφω το αγόρι που νομίζω ότι ήμουν. Γιατί τα Χριστούγεννα είναι καιρός και για τα δυο, για το παρελθόν και το παρόν, τα οποία συχνά δεν ταιριάζει να συνδυάζονται. Μα καθώς πορευόμαστε μέσα στο τώρα κοιτάζουμε πίσω κάθε τόσο.

Μας φαινόταν ότι θα περιμέναμε για πάντα. Πράγματι, η αναστάτωση είχε αρχίσει απ’ το Χαλογουήν, όταν έπεσε το πρώτο χιόνι και μας βρήκε να βαδίζουμε τυλιγμένοι στις μεταμφιέσεις μας σε σκοτεινούς επαρχιακούς δρόμους. Οι μεγάλες νιφάδες ήταν μαλακές κι αναζωογονητικές τότε και θα ‘λεγες γενναιόδωρες, κι η γη όπου έπεφταν ήταν ακόμα ζεστή κι από καιρό ξεπαγωμένη. Έπεφταν ήσυχα μέσα στις λιμνούλες και στη θάλασσα όπου εξαφανίζονταν τη στιγμή ακριβώς που ακουμπούσαν. Εξαφανίζονταν, επίσης, μόλις άγγιζαν τους αναψοκοκκινισμένους σβέρκους και τα χέρια μας ή τα πρόσωπα εκείνων που δε φορούσαν μάσκες. Κουκουλωμένοι τις μαξιλαροθήκες μας, πηγαίναμε από σπίτι σε σπίτι, χτυπούσαμε τις πόρτες για να γίνουμε σιλουέτες στο φως που έβγαινε απ’ τις κουζίνες (λευκές μαξιλαροθήκες πάνω από λευκά ρούχα). Το χιόνι έπεφτε ανάμεσα σ’ εμάς και τις πόρτες και μεταμορφωνόταν σε χρυσόφεγγες αχτίδες. Καθώς γυρίζαμε να φύγουμε, έπεφτε πάνω στα χνάρια μας και, όσο κυλούσε η νύχτα, τα ‘σβηνε μαζί με όλα τα σημάδια των κινήσεών μας. Το πρωί όλα ήταν μαλακά και ήσυχα κι ο Νοέμβρης είχε φτάσει.
Ο αδελφός μου Κέννεθ είναι δυόμισι χρονών και σίγουρα δε θυμάται τα τελευταία του Χριστούγεννα. Είναι το Χαλογουήν που προβάλει στη μνήμη του ως το εξαιρετικό γεγονός για να μείνεις ξύπνιος ως αργά στη μαγική νύχτα που ρίχνει χιόνι. ‘‘Ποιος θα ντυθεί Χριστούγεννα;’’ ρωτάει. Εγώ θα ντυθώ χιονάνθρωπος.’’ Όλοι γελάμε και του λέμε ότι δε χρειάζεται να μεταμφιεστεί κι ότι αρκεί να είναι καλό παιδί για τον βρει ο Άγιος Βασίλης. Καταπιανόμαστε με τα καθημερινά και περιμένουμε.
Κι εγώ είμαι κάπως προβληματισμένος με τον Άγιο Βασίλη αν και προσπαθώ να προσκολληθώ σ’ αυτόν με κάθε τρόπο. Βέβαια, έχω πια μεγαλώσει και δεν πιστεύω ότι υπάρχει στ’ αλήθεια, ελπίζω όμως με όλη μου τη δύναμη να υπάρχει. με τον ίδιο τρόπο, νομίζω, που ο ναυαγός κουνά απεγνωσμένα το χέρι του στα φώτα του περαστικού πλοίου μες στο βαθύ σκοτάδι του πελάγους. Γιατί, χωρίς τον Άγιο Βασίλη, ή χωρίς το πλοίο, η εύθραυστη ζωή μας θα κυλούσε ακόμα πιο απελπισμένη.
Η μητέρα μου ήταν αρκετά υπομονετική με την προσπάθειά μου να το παρατείνω. Μάλλον επειδή το είχε κι άλλοτε αντιμετωπίσει. Κάποτε την είχα ακούσει να μιλά για την αδελφή μου Ανν σε μια απ’ τις γειτόνισσες. ‘‘Νομίζω ότι η Ανν θα πιστεύει στον Άγιο Βασίλη για πάντα’’ έλεγε. ‘‘Μάλλον πρέπει να της εξηγήσω.’’ Κατά κάποιον τρόπο ευχόμουν να μην την είχα ακούσει να λέει κάτι τέτοιο καθώς γυρεύω καταφύγιο κι ενίσχυση έστω και στην άγνοια που ξέρω ότι δε θα τολμούσα να εμπιστευτώ.
Ο Κέννεθ όμως πιστεύει μ’ εκείνη την καθάρια παιδική θέρμη, το ίδιο κι ο Μπρους κι ο Μπάρυ, οι εξάχρονοι δίδυμοι. Πριν από μένα είναι η Ανν δεκατριών χρονών κι η Μαίρη δεκαπέντε, που κι οι δυο αφήνουν πολύ γρήγορα πίσω τους την παιδική ηλικία. Η μητέρα μας έχει πει ότι ήταν ήδη παντρεμένη στα δεκαεπτά της, δηλαδή μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερη απ’ τη Μαίρη. Αυτό, επίσης, μου φαίνεται παράξενο όταν το συλλογίζομαι, αλλά ίσως η παιδική ηλικία να είναι μικρότερη για κάποιους απ’ ό,τι για άλλους. Το σκέφτομαι καμιά φορά τα βράδια όταν, αφού έχουμε τελειώσει τις δουλειές μας και τα πιάτα του δείπνου έχουν πλυθεί και σκουπιστεί κι όλα είναι στη θέση τους, καθόμαστε για τη μελέτη μας. Ρίχνω μια πλάγια ματιά στη μητέρα μου, που πάντα έχει κάτι να ράψει ή να μαντάρει, και στον πατέρα μου, που συνήθως κάθεται πλάι στη σόμπα και βήχει ήσυχα κρατώντας το μαντήλι του στο στόμα. Δεν είναι καλά, περισσότερο από δυο χρόνια τώρα και δυσκολεύεται ν’ αναπνεύσει όταν προχωρά έστω και λίγο γρηγορότερα από το πιο αργό περπάτημα. Είναι εκείνος που καταλαβαίνει καλύτερα απ’ όλους τη λαχτάρα μου να συνεχίσω να πιστεύω και λέει ότι οφείλουμε να αφοσιωνόμαστε στα καλά πράγματα στη ζωή μας για όσο περισσότερο μπορούμε. Καθώς τον κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου, σκέφτομαι ότι δεν θα μπορεί για πολύ ακόμα. Είναι σαράντα δύο χρονών κι έχει γεράσει.
Αλλά τα Χριστούγεννα, παρ’ όλες τις αβεβαιότητες που προβάλλουν σε διαφορετικές ηλικίες, είναι μια ωραία και λαμπρή γιορτή. Και τώρα που περνάμε τα μέσα του Δεκέμβρη οι προσδοκίες μας κορυφώνονται ενώ η παγωνιά που καλύπτει τα πάντα γύρω μας μεγαλώνει. Ο ωκεανός είναι ακύμαντος και ήρεμος και κατά μήκος της ακτής, οι τεχνητοί ορμίσκοι είναι γεμάτοι λασπόχιονο. Το ρυάκι που κυλά κοντά στο σπίτι μας έχει σχεδόν εντελώς παγώσει και μόνο ένα μικρό αυλάκι βιαστικό νερό βλέπουμε να τρέχει στο κέντρο. Όταν βγάζουμε τα βόδια να ξεδιψάσουν, ανοίγουμε τρύπες με το τσεκούρι στην άκρη του ρυακιού ώστε να μπορέσουν να πιουν δίχως να κινδυνέψουν στον πάγο.
Τα πρόβατα μπαινοβγαίνοντας στο πρόχειρο καταφύγιό τους, χτυπούν ανήσυχα τα πόδια τους ή συνωστίζονται πολλά μαζί σε παρα-στριμωγμένες παρέες. Το έριο συνωμοτεί κατά του ψύχους. Οι κότες κουρνιάζουν ψηλά στο κοτέτσι με τα φτερά τους φουσκωμένα γύρω τους, νιώθοντας ότι δεν αξίζει τον κόπο να κατέβουν στο πάτωμα για να τσιμπολογήσουν λίγους σπόρους. Το γουρούνι, που λίγος καιρός απομένει ως τη σφαγή του, σκληρίζει από δυσαρέσκεια για το κρύο και με το ρύγχος του πετά την ξύλινη ταΐστρα του ψηλά στον παγωμένο αέρα. Το όμορφο νεαρό άλογο ξύνει με το πόδι το μαδέρι στο στάβλο του και ροκανίζει τον ξύλινο φράχτη στο παχνί του.
Έχουμε τοποθετήσει ένα προστατευτικό φράγμα από κλαδιά ερυθροέλατου έξω απ’ την πόρτα της κουζίνας και γύρω από το σπίτι με διάφορα κλαδιά και στρώσεις φύκια. Ωστόσο, το νερό που αφήνουμε στον κουβά της βεράντας έχει παγώσει ως το πρωί και πρέπει να το σπάσουμε με το σφυρί. Τα ρούχα που απλώνει η μητέρα στο σχοινί παγώνουν σχεδόν αμέσως κι ανεμίζουν και τρίζουν κρεμασμένα απ’ τα μανταλάκια τους σαν κομμάτια αποσυναρμολογημένα ρομπότ: τριζοβολούν τα παντελόνια με άκαμπτα πόδια και τα πουκάμισα και τα πουλόβερ με ανοιχτά τ’ αλύγιστα μανίκια τους. Το πρωί κατεβαίνουμε τρέχοντας από τα παγωμένα υπνοδωμάτια ν’ αποτελειώσουμε το ντύσιμο μας κοντά στη σόμπα της κουζίνας.
Αν εξαπλώναμε την παγωνιά μας μισή ήπειρο μακριά ως τις Μεγάλες Λίμνες του Οντάριο, μπορεί να συντομεύαμε τον Χριστουγεννιάτικο ερχομό του μεγαλύτερου αδελφού μας Νηλ. Είναι δεκαεννιά χρονών κι εργάζεται στα πλοία της λίμνης, τα μακριά κι επίπεδα μεταφορικά μέσα δημητριακών και μεταλλευμάτων σιδήρου που διακόπτουν οποιαδήποτε μέρα μετά τις 10 του Δεκέμβρη, ανάλογα με τις συνθήκες του πάγου. Ευχόμαστε να κάνει κρύο, παγωνιά στις Μεγάλες Λίμνες του Οντάριο και να ‘ρθει στο σπίτι όσο γίνεται πιο γρήγορα. Στο μεταξύ οι κούτες του έχουν φτάσει. Έρχονται από διαφορετικά μέρη: Κόμπουργκ, Τορόντο, Σαιντ Κάθρινς, Γουέλαντ, Γουίντσορ, Σάρνια, Σωλτ Σαιντ Μαρύ. Μέρη στα οποία εμείς, με εξαίρεση τον πατέρα μου, δεν έχουμε πάει. Τα εντοπίζουμε μ’ ενθουσιασμό στο χάρτη, ακολουθώντας τη διαδρομή με τ’ ανυπόμονα δάχτυλά μας. Οι κούτες φέρουν την επιγραφή των Καναδικών Ατμοπλοϊκών Γραμμών και το σκοινί τους είναι δεμένο σ’ έναν περίπλοκο ναυτικό κόμπο. Η μητέρα λέει ότι περιέχουν τα ‘ρούχα’ του και δεν μας επιτρέπει να τ’ ανοίξουμε.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε την ώρα ή τον τρόπο του ερχομού του. Αν η λίμνη παγώσει νωρίς, θα ‘ρθει με το τραίνο που είναι φθηνότερο. Αν η λίμνη μείνει ανοιχτή ως τις 20 Δεκεμβρίου, θα πάρει το αεροπλάνο γιατί ο χρόνος θα του είναι πιο πολύτιμος από τα χρήματα. Θα κάνει με ωτοστόπ τα τελευταία εξήντα ή εκατό μίλια απ’ το σταθμό ή το αεροδρόμιο. Από την πλευρά μας δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα παρά να ακούμε με τεντωμένα αυτιά στο ραδιόφωνο τα νέα για τον καιρό και τον πάγο από ‘κεί μακριά. Ο ερχομός του εξαρτάται από τόσο πολλούς παράγοντες εκεί έξω τόσο μακριά από μας πάνω στους οποίους δεν έχουμε κανέναν έλεγχο.
Οι μέρες περνούν σε μια πυρετώδη βραδύτητα ως που τελικά στις 23 Δεκέμβρη το πρωί ένα παράξενο αυτοκίνητο στρίβει στην αυλή μας. Η μητέρα ακουμπά το χέρι στα χείλη της και ψιθυρίζει ‘‘Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου.’’ Ο πατέρας σηκώνεται με δυσκολία από την καρέκλα του να κοιτάξει απ’ το παράθυρο. Ο πολυαγαπημένος τους γιος και ο σπουδαίος μεγάλος αδελφός μας επιτέλους είναι ‘δω. Είναι ‘δώ με τα κόκκινα μαλλιά του και τα γένια κι ακούμε το εγκάρδιο γέλιο του. Είναι η χαρά κι η δύναμη κι η σιγουριά για όλους μας.
Είναι άλλοι τρεις νέοι μαζί του που του μοιάζουν πολύ. Είναι κι αυτοί από τα πλοία και πηγαίνουν για τα σπίτια τους στη Νέα Γη. Έχουν να οδηγήσουν ακόμα εκατό μίλια ως να φτάσουν στο φεριμπότ του Βόρειου Σίντνευ. Το αυτοκίνητο είναι πολύ παλιό. Το αγόρασαν στο Θόρολντ για διακόσια δολάρια γιατί ήταν πολύ αργά για να βρουν εισιτήρια κι οδήγησαν ως εδώ χωρίς στάση αφότου ξεκίνησαν. Βόρεια, στο Νέο Μπράνσγουικ, χάλασαν οι υαλοκαθαριστήρες τους, μα αντί να σταματήσουν έδεσαν μακρύ σπάγκο στις άκρες τους και τον πέρασαν μέσα από τα μπροστινά παράθυρα. Από εκείνη την ώρα, όποτε συναντούσαν χιονόπτωση, ένας απ’ αυτούς τραβούσε τo σπάγκο πίσω – μπρος ώστε να λειτουργούν οι υαλοκαθαριστήρες. Τα νέα βγαίνουν με κούραση μα κι ενθουσιασμό απ’ τα χείλη τους κι εμείς τους ακούμε αχόρταγα. Ο πατέρας τους σερβίρει ρούμι ενώ η μητέρα βγάζει τις τάρτες και τα κέικ φρούτων που έχει προσεχτικά φυλαγμένα. Ακουμπάμε στα έπιπλα ή στις πόρτες και τους κοιτάζουμε. Θέλουμε ν’ αγκαλιάσουμε τον αδελφό μας μα ντρεπόμαστε μπροστά στους ξένους. Στη ζεστασιά της κουζίνας οι νέοι γέρνουν το κεφάλι κι ελαφροκοιμούνται, ως που ξάφνου το κεφάλι τους πέφτει πάνω στο στήθος. Σκουντούν ο ένας τον άλλο στο πόδι σε μια προσπάθεια να κρατηθούν ξυπνητοί. Δε θα μείνουν να ξεκουραστούν παρότι έχουν κάνει μακρύ δρόμο, γιατί αύριο είναι Παραμονή Χριστουγέννων κι εκτάσεις από στεριά και θάλασσα είναι ακόμα ανάμεσα σ’ αυτούς και τους αγαπημένους τους. Μόλις φύγουν ορμάμε στον αδελφό μας μ’ αγκαλιές κι ερωτήσεις. Γελά και φωνάζει και μας σηκώνει ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι του και μας κουνά πέρα δώθε με τα δυνατά του μπράτσα. Παρόλη τη χαρά του, φαίνεται να τον ξαφνιάζει η όψη του πατέρα. έχει να τον δει απ’ το Μάρτιο. Ο πατέρας απλώς του χαμογελά, ενώ η μητέρα δαγκώνει τα χείλη της.
Τώρα που εκείνος είναι ‘δω είναι τόσα πολλά πράγματα που πρέπει να γίνουν. Έχουμε αφήσει όλα όσα μπορούσαμε για την ώρα που θα ήταν μαζί μας. Ανυπομονώ να του δείξω το έλατο στο λόφο που από μήνες έχω βάλει στο μάτι και θαυμάζω πόσο εύκολα το ρίχνει κάτω και το μεταφέρει στο σπίτι. Πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο ποιος θα βάλει τα περισσότερα στολίδια.
Υπόσχεται ότι την Παραμονή των Χριστουγέννων θα μας πάει στην εκκλησία με το έλκηθρο που θα σέρνει το όμορφο άλογό μας που μέχρι τον ερχομό του δεν έχουμε τολμήσει να το χαλινώσουμε. Και νωρίτερα το απόγευμα της παραμονής πεταλώνει το άλογο, σηκώνοντας ξεχωριστά κάθε μια οπλή και λειαίνοντάς τη σωστά και σφυρηλατεί το κόκκινο σαν κεράσι πέταλο να πάρει το σωστό σχήμα στο αμόνι. Αργότερα, τα ρίχνει μέσα σ’ έναν κάδο με νερό που βράζει και σφυρίζουν. Ο πατέρας κάθεται πλάι του σ’ έναν αναποδογυρισμένο κουβά και του λέει τι να κάνει. Κάθε τόσο εμείς διαφωνούμε με τον πατέρα μας, μα ο αδελφός μας κάνει ακριβώς όπως του λέει.
Εκείνο το βράδυ, τυλιγμένοι φαρδιά πανωφόρια, στριμωχνόμαστε μες στο άχυρο και, με ζεσταμένες πέτρες στα πόδια μας, ξεκινάμε για το ταξίδι μας. Οι γονείς μας κι ο Κέννεθ μένουν σπίτι, αλλά όλοι οι υπόλοιποι πηγαίνουμε στην εκκλησία. Πριν φύγουμε ταΐζουμε τα βόδια και τα πρόβατα ακόμα και το γουρούνι όσο περισσότερο μπορούν να φάνε, ώστε να είναι ευχαριστημένα την Παραμονή των Χριστουγέννων. Οι γονείς μας χαιρετούν από την πόρτα. Για τέσσερα μίλια διασχίζουμε το δρόμο στο βουνό. Είναι ένα πρόχειρο μονοπάτι των υλοτόμων και δε θα συναντήσουμε ούτε αυτοκίνητα ούτε κανένα άλλο όχημα. Στην αρχή το άλογο είναι άτακτο από ενθουσιασμό και έλλειψη άσκησης κι ο αδελφός μου πρέπει να στέκει στο μπροστινό μέρος του έλκηθρου και να γέρνει πάνω από τα γκέμια. Σιγά – σιγά καταφέρνει ένα τροχάδην και σε λίγο ένα βάδην καθώς το βουνό ανηφορίζει εμπρός του. Τραγουδάμε όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που ξέρουμε κι έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά μήπως συναπαντήσουμε κουνέλια ή αλεπούδες να διασχίζουν αθόρυβα τη χιονισμένη γη και τ’ αυτιά μας ν’ ακούσουμε φτεροκόπημα από πέρδικες. Δεν κρυώνουμε καθόλου.
Κατεβαίνουμε στην επαρχιακή εκκλησία και δένουμε το άλογο σ’ ένα σύδεντρο, όπου θα ‘χει απάγκιο και δε θα τρομάξει απ’ τ’ αυτοκίνητα. Του δίνουμε βρώμη και ρίχνουμε πάνω του μια κουβέρτα. Στην είσοδο της εκκλησίας, οι γείτονες δίνουν το χέρι τους στον αδελφό μου. ‘‘Γεια σου Νηλ’’ λένε. ‘‘Πώς είναι ο πατέρας σου;’’
‘‘Αχ’’ λέει εκείνος, απλώς ‘‘αχ’’
Η εκκλησία είναι πολύ όμορφη τη νύχτα, με κλαδιά στολισμένα με γιρλάντες και κεριά να φεγγοβολούν και τους ζωηρούς, χαρούμενους ήχους που έρχονται απ’ τον εξώστη της χορωδίας. Παρακολουθούμε τη λειτουργία σαν υπνωτισμένοι.
Στο δρόμο του γυρισμού, αν και οι πέτρες έχουν κρυώσει, είμαστε ζεστοί κι ευτυχείς. Ακούμε τη δερμάτινη ιπποσκευή να τρίζει και τις δοκούς του έλκηθρου να σφυρίζουν κι αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τα δώρα που θα πάρουμε. Περίπου ένα μίλι πριν φτάσουμε σπίτι, το άλογο αντιλαμβάνεται τον προορισμό του και ξεχύνεται μπρος με τροχασμό κι έπειτα με σίγουρο καλπασμό. Ο αδελφός μου το αφήνει και κινούμαστε πάνω στο χειμωνιάτικο τοπίο σα μορφές που δραπέτευσαν από χριστουγεννιάτικη ζωγραφιά. Το χιόνι που σηκώνουν οι οπλές του αλόγου πέφτει πάνω μας σαν ασπρόσκονη απ’ τ’ αστέρια.
Σταβλίζουμε το άλογο και συζητάμε με τους γονείς μας και τρώμε το γεύμα που έχει ετοιμάσει η μητέρα μας. Έχω πια νυστάξει κι είναι ώρα για τους μικρότερους να πάμε για ύπνο. Αλλ’ απόψε ο πατέρας μου λέει: ‘‘Θα θέλαμε να μείνεις μαζί μας για λίγο.’’ Κι έτσι κάθομαι ήσυχα με τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειάς μου.
Μόλις οι μικροί σωπαίνουν επάνω, ο Νηλ φέρνει τις κούτες που περιέχουν τα ‘ρούχα’ του κι αρχίζει να τις ανοίγει. Λύνει τους περίπλοκους κόμπους γρήγορα, το σκοινί ξετυλίγεται εύκολα απ’ τα σβέλτα δάχτυλά του. Τα κουτιά είναι γεμάτα δώρα, όμορφα τυλιγμένα, που έχουν επάνω τους ετικέτες. Εκείνα που είναι για τα μικρότερα αδέλφια μου λένε ‘από τον Άγιο Βασίλη’ μα το δικό μου δεν είναι πια ανάμεσά τους κι απ’ ό,τι ξέρω είναι βέβαιο ότι δε θα είναι ποτέ ξανά. Ωστόσο δε με εκπλήσσει τόσο πολύ που νιώθω το σφίξιμο της απώλειας στην καρδιά τώρα που βρίσκομαι στην ενήλικη πλευρά του κόσμου. Είναι λες κι αίφνης μετακινήθηκα σ’ ένα άλλο δωμάτιο κι ακούω μια πόρτα να χτυπά διαρκώς πίσω μου. Μ’ έχει λαβώσει η δική μου μικρή πληγή.
Και τότε τους κοιτάζω όλους καθώς στέκονται εμπρός μου. Οι γονείς μου πλάι – πλάι μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μητέρα ακουμπά το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος κρατά το πανταχού παρόν μαντήλι του. Οι αδελφές μου έχουν περάσει αυτό το κατώφλι πριν από μένα και τώρα ταξιδεύουν μακρύτερα απ’ την κοριτσίστικη ζωή τους μέρα με τη μέρα. Ο μαγικός μεγαλύτερος αδελφός μου ήρθε κοντά μας αυτά τα Χριστούγεννα από μισή ήπειρο μακριά, φέρνοντας μαζί του ό,τι έχει και ό,τι είναι. Κρατώ στο νου μου αυτή την εικόνα με την έγνοια στα πρόσωπά τους.
‘‘Όλοι φεύγουν’’ λέει ο πατέρας ήρεμα και νομίζω μιλά για τον Άγιο Βασίλη. ‘‘Μα δεν υπάρχει λόγος να λυπούμαστε. αφήνουν καλά πράγματα πίσω.’’

Χαλογουήν (Halloween): Η νύχτα της 31ης Οκτωβρίου (παραμονή των Αγίων Πάντων) όταν, σύμφωνα με την παράδοση, βγαίνουν οι νεκροί από τους τάφους τους και η οποία γιορτάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και τη Βρετανία με μεταμφιέσεις των παιδιών σε φαντάσματα, μάγισσες κ.λπ.

Alistair MacLeod

God Walks Burning Through Me, by Patric Lane

Ο Θεός Μέσα Από Μένα Καίει

Όταν κοιμάμαι έρχονται στον κήπο τα πουλιά
με τα δώρα τους, τους σπόρους. Μες απ’ τον πάγο

βγαίνουν τη νύχτα φύλλα απ’ το περσινό γρασίδι.
Όλα τα τραγούδια μου γίνονται ένα τραγούδι.

Η παλάμη του χεριού μου και το πέλμα του ποδιού
θυμούνται ό,τι ξεχνώ.

Το παλιό φανάρι πλάι στη λιμνούλα είναι πάντα εκεί.
Τώρα είναι η ώρα να το ανάψει.
Patrick Lane

Wednesday

Winter 2, by Patrick Lane

Χειμώνας 2

Στο λεύκωμα που κρατά στα λεπτά του χέρια
Χιλιάδες φωτογραφίες που έφτιαξε από χειμώνα.
Κάθε μια τραβηγμένη τέλεια, κάθε μια άσπιλο
λευκό μόνο με μια ελάχιστη σκιά μερικές φορές
ένα φευγαλέο, εφήμερο γκρι να προδίδει
την εικόνα εκείνου που φωτογράφισε.
Τον ευχαριστεί να το ξεφυλλίζει αργά και να θυμάται.

Patrick Lane

Saturday

My lady can sleep, by Leonard Cohen


Η καλή μου κοιμάται
Πάνω σ’ ένα μαντήλι
Ή, το φθινόπωρο
Σ’ ένα πεσμένο φύλλο

Βλέπω τους κυνηγούς
Γονυπετείς εμπρός της
Τους αποφεύγει
Ως και στον ύπνο της

Μόνο δώρο να προσφέρουν
Η έμμονη θλίψη τους
Ψάχνω τις τσέπες μου
Για μαντήλι ή φύλλο

Thursday

As Birds Bring Forth the Sun, by Alistair MacLeod

Όπως τα Πουλιά Γεννούν τον Ήλιο

Υπήρχε κάποτε μια οικογένεια με ορεινό όνομα που ζούσε πλάι στη θάλασσα. Ο άντρας είχε ένα σκυλί που πολύ το αγαπούσε. Ήταν ένα θηλυκό, μεγάλο, γκρίζο σκυλί, ένα είδος κυνηγού ελαφιών από άλλους καιρούς. Κι όταν πηδούσε να γλείψει το πρόσωπό του, πράγμα που της άρεσε πολύ, έριχνε τα πόδια της στους ώμους του με τέτοια δύναμη που θα μπορούσε να τον πετάξει κάτω κι εκείνος αναγκαζόταν να οπισθοχωρεί δυο τρία βήματα πριν ξαναβρεί την ισορροπία του. Και δεν ήταν κανένας μικρόσωμος άντρας, λίγο ψηλότερος από ένα ογδόντα και κάπου ενενήντα κιλά.
Την είχαν αφήσει, κουταβάκι, στην πόρτα της οικογένειας σ’ ένα μικρό χειροποίητο κιβώτιο και κανείς δεν ήξερε από πού είχε έρθει ούτε ότι θα γινόταν τελικά τόσο μεγαλόσωμη. Μια φορά, όταν ήταν ακόμα μικρό κουτάβι, την πάτησε ο ατσαλένιος τροχός ενός ιπποκίνητου κάρου, με το οποίο μετέφεραν γκρίζο φύκι από την ακτή που το χρησιμοποιούσαν για λίπασμα. Ήταν Οκτώβρης κι έβρεχε ήδη για μερικές εβδομάδες και το έδαφος ήταν μαλακό. Όταν ο τροχός του κάρου πέρασε από πάνω της, βύθισε το κορμάκι της μέσα στη βρεγμένη γη, συνθλίβοντας μερικά από τα πλευρά της και σίγουρα το περίγραμμα του μικρού συντριμμένου κορμιού της ήταν εμφανές στη γη, αφότου ο άντρας τη σήκωσε στο στήθος του κι ενώ εκείνη ούρλιαζε και αλάλαζε. Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω από τα σπασμένα της κόκαλα, αγνοώντας το αίμα και τα ούρα που έπεφταν στο πουκάμισό του, προσπαθώντας να ηρεμήσει τα γουρλωμένα της μάτια και τα μπροστινά της πόδια που σκαρφάλωναν πάνω του αδέξια και τη γλώσσα της που τον έγλειφε απελπισμένα.
Τα πιο πρακτικά μέλη της οικογένειας, που είχαν δει ξανά ζώα σε τέτοια κατάσταση, του ‘λεγαν να την πνίξει μες στα δυνατά του χέρια ή κρατώντας την από τα πίσω πόδια να χτυπήσει το κεφάλι της στο βράχο, δίνοντας έτσι ένα τέλος στη δυστυχία της. Αλλά εκείνος δεν είχε τίποτα τέτοιο κατά νου.
Αντίθετα, διαμόρφωσε κατάλληλα ένα μικρό κιβώτιο και το έντυσε με μάλλινα κουρέλια από δέρμα προβάτου και το έστρωσε μ’ ένα παλιό ξεφτισμένο πουκάμισο. Την έβαλε μέσα στο κιβώτιο κι έβαλε το κιβώτιο πίσω από τη σόμπα και ζέστανε λίγο γάλα σ’ ένα μικρό κατσαρόλι και πρόσθεσε ζάχαρη να το γλυκάνει. Κρατώντας με το αριστερό του χέρι ανοιχτό το μικρό της στόμα που έτρεμε, της έδωσε με το δεξί μερικές κουταλιές γλυκό γάλα, αγνοώντας τα μικρά της δόντια που ήταν αιχμηρά σαν βελόνια. Έμεινε ξαπλωμένη στο κιβώτιο όλο το υπόλοιπο φθινόπωρο κι ως τις αρχές του χειμώνα, να παρατηρεί το κάθε τι με τα μεγάλα καστανά της μάτια.
Αν και κάποιοι στην οικογένεια παραπονέθηκαν για την παρουσία της και για την οσμή από το κιβώτιο και για το χρόνο που απαιτούσε η φροντίδα της, σταδιακά τη συνήθισαν και, καθώς οι βδομάδες περνούσαν, έγινε φανερό ότι τα πλευρά της συνδέονταν με κάποιον τρόπο κι ότι θα ανάρρωνε με την αντοχή της νιότης. Έγινε επίσης φανερό ότι θα γινόταν τρομερά μεγαλόσωμη, αφού κάθε τόσο ένα μεγαλύτερο κιβώτιο διαδεχόταν το προηγούμενο και το γκρίζο της τρίχωμα άρχισε να κρέμεται από τα τεράστια μπροστινά της πόδια. Την άνοιξη ήταν διαρκώς έξω και ακολουθούσε τον άντρα παντού κι όταν ήρθε να μείνει πάλι μέσα, λίγους μήνες αργότερα, είχε τόσο μεγαλώσει που δεν μπορούσε πια να βολευτεί στη συνηθισμένη της θέση πίσω από τη σόμπα και υποχρεώθηκε να πλαγιάζει δίπλα. Ουδέποτε της δόθηκε κάποιο όνομα αλλά την ανέφεραν στα Κέλτικα σαν κου μωθ γκλας(1), το μεγάλο γκρίζο σκυλί.
Όταν έφτασε στις πρώτες τις εξάψεις, είχε ήδη ψηλώσει τρομερά και, αν κι οι στεναγμοί της κι οι οσμές της προσήλκυαν πολλούς ασθμαίνοντες από διέγερση αρσενικούς, κανείς δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να την καβαλικέψει και η φρενίτιδα της απογοήτευσής τους και ο δικός της ανικανοποίητος πόθος ήταν παραπάνω απ’ ό,τι ο άντρας μπορούσε ν’ αντέξει. Πήγε, όπως διηγούνται, σ’ ένα μέρος όπου ήξερε ότι υπήρχε ένα μεγάλο σκυλί. Ένα σκυλί όχι τόσο μεγάλο όσο εκείνη, αλλά ωστόσο ένα μεγάλο σκυλί - και τον έφερε μαζί του στο σπίτι. Στον κατάλληλο καιρό πήρε την κου μωθ γκλας και το μεγάλο σκύλο κάτω στη θάλασσα, όπου ήξερε ότι υπήρχε ένα βαθούλωμα στο βράχο που εμφανιζόταν μόνο κατά την άμπωτη. Πήρε μερικά σακιά για να πατήσει πάνω το αρσενικό σκυλί και τοποθέτησε την κου μωθ γκλας στο βαθούλωμα του βράχου και γονάτισε πλάι της και τη σταθεροποίησε με τον αριστερό του ώμο κάτω από το λαιμό της και βοήθησε τον αρσενικό να πάρει θέση από πάνω της και οδήγησε το φουσκωμένο με αίμα πέος του. Ήταν άντρας συνηθισμένος να εργάζεται στην αναπαραγωγή των ζώων, να οδηγεί κριούς και ταύρους κι επιβήτορες και είχε συχνά δυνατή τη μυρωδιά από σπέρμα ζώου στα μεγάλα κι ευγενικά του χέρια.
Ο χειμώνας που ακολούθησε ήταν πολύ ψυχρός κι ο πάγος κάλυψε τη θάλασσα και τα συχνά ανεμοβρόχια κι οι χιονοθύελλες εξαφάνισαν κάθε ίχνος από τα νησιά γύρω από την ακτή κι έκαναν τους ανθρώπους να μένουν κοντά στ’ αναμμένα τους τζάκια τον περισσότερο καιρό, μπαλώνοντας ρούχα και δίχτυα και χάμουρα και περιμένοντας την αλλαγή του καιρού. Η κου μωθ γκλας γινόταν όλο και πιο δυνατή και μεγαλόσωμη ως που δύσκολα χωρούσε γύρω από τη σόμπα ή ακόμα και κάτω από το τραπέζι. Και τότε, ένα πρωινό, όταν όλα έδειχναν ότι θα ‘μπαινε η άνοιξη, εκείνη έφυγε.
Ο άντρας και η υπόλοιπη οικογένεια, που τη νοιάζονταν περισσότερο απ’ όσο παραδέχονταν, την περίμεναν αλλά εκείνη δεν ήρθε. Και καθώς προχωρούσε ξέφρενη η άνοιξη, καταγίνονταν με την προετοιμασία της γης τους και τα σύνεργα του ψαρέματος κι όλα εκείνα τα πράγματα που τόσο επιτακτικά απαιτούσαν την προσοχή τους. Ύστερα ήρθε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κι ο χειμώνας και η επόμενη άνοιξη, που είδε να γεννιέται το δωδέκατο παιδί του άντρα και της γυναίκας του. Κι έπειτα ήταν πάλι καλοκαίρι.
Εκείνο το καλοκαίρι ο άντρας και δυο από τους έφηβους γιους του είχαν ρίξει τα δίχτυα τους για το ψάρεμα της ρέγκας κάπου δυο μίλια μακριά από την ακτή, όταν άρχισε να φυσά δυνατά από τη στεριά και τα νερά άρχισαν να φουσκώνουν. Φοβήθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν με ασφάλεια, έτσι τράβηξαν πίσω από ένα από τα παράκτια νησιά, ξέροντας ότι εκεί θα έβρισκαν καταφύγιο κι έχοντας σκοπό να περιμένουν να περάσει η θύελλα. Καθώς η πλώρη της βάρκας τους πλησίαζε τον στρωμένο βότσαλα γιαλό, άκουσαν μια φωνή από πάνω τους και κοιτάζοντας ψηλά είδαν τη σιλουέτα της κου μωθ γκλας πάνω στο φρύδι του λόφου που ήταν το ψηλότερο σημείο του μικρού νησιού.
'Μ’ εϊτάλ κου μωθ γκλας' φώναξε ο άντρας μες στη χαρά του - μ’ εϊτάλ σημαίνει κάτι ανάμεσα σε αγαπητή ή αγαπημένη - και καθώς φώναξε, όρμησε από το πλάι της βάρκας του μες στο νερό που τον έφτανε ως τη μέση και προχώρησε με κόπο πάνω στις στρογγυλές πέτρες για να διασχίσει τα νερά, ανυπόμονα κι αδέξια, προς το μέρος της και προς το γιαλό. Την ίδια στιγμή, η κου μωθ γκλας κατέβαινε με ορμή προς το μέρος του μέσα σ’ έναν καταιγισμό από μικρές πέτρες που εκτόπιζε με τα πόδια της. Kαι μόλις εκείνος έβγαινε από το νερό, τον αντάμωσε όπως ήταν η συνήθειά της, στηρίχθηκε στα πίσω πόδια της κι έριξε τα τεράστια μπροστινά της στους ώμους του απλώνοντας τη διψασμένη της γλώσσα.
Το βάρος κι η ταχύτητα της ορμής της τον βρήκαν να προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία του πάνω στις μυτερές και γλιστερές από το νερό πέτρες και πισωπάτησε κι έχασε την ευστάθειά του κι έπεσε κάτω από τη δύναμή της. Εκείνη τη στιγμή επίσης, σύμφωνα με όσα διηγούνται, άλλα έξι πελώρια γκρίζα σκυλιά εμφανίστηκαν πάνω από το φρύδι του λόφου να κατρακυλούν προς τη χαλικοστρωμένη παραλία. Δεν τον είχαν δει ποτέ πριν και βλέποντάς τον πεσμένο κάτω απ' τη μητέρα τους, παρεξήγησαν, όπως τόσα και τόσα πλήθη, την πρόθεση του αρχηγού τους.
Έπεσαν πάνω του με λύσσα, πετσοκόβοντας το πρόσωπό του και κομματιάζοντας το σαγόνι του και σχίζοντας το λαιμό του, παράφρονες από αιμοδιψία ή από καθήκον ή ίσως από ασιτία. Η κου μωθ γκλας έστρεψε εναντίον τους τη δική της βαρβαρότητα, δαγκώνοντας και γρυλίζοντας και, όπως έδειχνε, εξοργισμένη με το λάθος τους. Αλυχτώντας τους κυνήγησε, αιμόφυρτους, πέρα πάνω από το φρύδι του λόφου ως που δεν τους έβλεπες πια αλλά μπορούσες ακόμα ν’ ακούς τα ουρλιαχτά τους που απομακρύνονταν. Κι όλο αυτό δεν κράτησε παρά ίσως λίγο παραπάνω από ένα λεπτό.
Οι δυο γιοι του άντρα, που ήταν ακόμα στη βάρκα και είχαν παρακολουθήσει ό,τι είχε συμβεί, διέσχισαν το αλμυρό νερό ξεσπώντας σε λυγμούς κι έφτασαν εκεί που ήταν πεσμένος, πληγωμένος και κατακρεουργημένος, ο πατέρας τους. Aλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα περισσότερο από το να κρατήσουν τα ζεστά ματωμένα χέρια του μόλις για λίγες στιγμές. Αν και τα μάτια του ‘έζησαν’ για μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε να τους μιλήσει αφού το πρόσωπο και ο λαιμός του είχαν κομματιαστεί, και φυσικά δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να κάνουν εκτός από το να τον κρατούν και να κρατιούνται απ’ αυτόν σφιχτά μέχρι που κι αυτό έπαψε και τα μάτια του δεν τους έβλεπαν κι ούτε ένιωθαν πια τα χέρια του να κρατούν τα δικά τους. Η θύελλα δυνάμωνε και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν σπίτι, έτσι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα κουβαριασμένοι πλάι στο σώμα του πατέρα τους. Φοβήθηκαν να μεταφέρουν το σώμα στη βάρκα που κλυδωνιζόταν γιατί ήταν πολύ βαρύς και φοβήθηκαν ότι μπορεί να έχαναν κι αυτό το λίγο που απέμεινε απ’ αυτόν και ακόμα φοβούνταν, κουβαριασμένοι στους βράχους, ότι τα σκυλιά θα επέστρεφαν. Αλλά δεν επέστρεψαν, ούτε καν οι φωνές τους δεν ακούγονταν πια, καμιά φωνή, μόνο το βογκητό του αέρα και ο παφλασμός του νερού πάνω στους βράχους.
Το πρωί διαφώνησαν για το αν θα έπρεπε να προσπαθήσουν να πάρουν το σώμα μαζί τους ή να το αφήσουν και να επιστρέψουν με τη συνοδεία πιο μεγάλων και γνωστικών ανδρών. Αλλά φοβήθηκαν να το αφήσουν αφύλαχτο και σκέφτηκαν ότι ο χρόνος που θα χρειαζόταν για να το καλύψουν με προστατευτικές πέτρες θα ήταν καλύτερα να ξοδευτεί στην προσπάθεια να γυρίσουν σπίτι. Για λίγο διαφώνησαν αν θα ‘πρεπε ο ένας να φύγει με τη βάρκα κι ο άλλος να μείνει στο νησί, αλλά καθένας φοβόταν να μείνει μόνος του κι έτσι τελικά κατάφεραν να τον σύρουν και να τον μεταφέρουν, πλέοντα σχεδόν, ως τη βάρκα που χοροπηδούσε στα κύματα. Τον ξάπλωσαν με το πρόσωπο προς τα κάτω και τον σκέπασαν με ότι ρούχα βρέθηκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν να διασχίσουν τη φουσκωμένη ακόμα θάλασσα. Εκείνοι που περίμεναν στην ακτή αντιλήφθηκαν ότι έλλειπε η μεγαλόσωμη παρουσία του άντρα μέσα από τη βάρκα και άλλοι μπαίνοντας στο νερό με τα πόδια κι άλλοι λάμνοντας μικρά πλοιάρια, προσπαθούσαν ν’ ακούσουν τα θλιβερά μαντάτα που έσκιζαν τ’ αφρισμένα κύματα.
Κανείς δεν είδε πάλι την κου μωθ γκλας και τα έξι παιδιά της ή, θα ‘πρεπε μάλλον να πω, κανείς δεν τους είδε ξανά με τον ίδιο τρόπο. Μετά από μερικές εβδομάδες, μια ομάδα ανδρών κύκλωσαν το νησί διστακτικά μέσ’ από τις βάρκες τους αλλά δεν είδαν κανένα σημάδι. Πήγαν ξανά και ξανά αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ένα χρόνο αργότερα κι αφού ένιωθαν αρκετά πιο γενναίοι, άραξαν τις βάρκες τους και περπάτησαν το νησί με προσοχή, ερευνώντας τις μικρές θαλασσινές σπηλιές και τα κοιλώματα στη βάση σκισμένων από τους ανέμους δέντρων, με τη σκέψη ότι ίσως, αν δεν έβρισκαν τα σκυλιά, θα έβρισκαν τουλάχιστον τα λευκά τους κόκαλα, αλλά ούτε αυτή τη φορά ανακάλυψαν κάτι.
Αν και η κου μωθ γκλας εμφανιζόταν, υποτίθεται, εδώ κι εκεί για μερικά χρόνια. Την είδαν πάνω στο λόφο σε μια περιοχή ή σε μια άλλη είδαν τη φιγούρα της πάνω σε μια γέφυρα ή να δρασκελίζει κοιλάδες και χαράδρες στο πρωινό λυκόφως ή στο σκιερό δειλινό. Πάντα στη σφαίρα του ημιδιακριτού. Για κάποιο διάστημα έγινε κάτι σαν το Τέρας του Λοχ Νες ή σαν τον Σασκουάτς(2) σε μικρότερη κλίμακα. Την είδαν αλλά δεν την κατέγραψαν. Την είδαν όταν δεν υπήρχαν κάμερες. Την είδαν αλλά δεν την έπιασαν.
Το μυστήριο του πού είχε πάει μπερδευόταν με το μυστήριο του από πού είχε έρθει. Γίνονταν πολλές εικασίες για το χειροποίητο κιβώτιο μέσα στο οποίο είχε βρεθεί και εκφράζονταν πολλές θεωρίες για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που μπορεί να το είχαν αφήσει. Ο κόσμος έψαχνε για το κιβώτιο αλλά δεν μπορούσε να το βρει. Αυτό τους έκανε να σκέφτονται ότι εκείνη ήταν μέρος κάποιας μαγγανείας(3) ή κακής μαγείας που κάποιος μυστήριος εχθρός σχεδίασε για τον άντρα. Αλλά κανείς δεν μπορούσε να προχωρήσει πέρα απ’ αυτό. Αφηγούνταν ξανά και ξανά όλες τις φροντίδες του για κείνη και από κανέναν δεν διέφυγε η ειρωνεία της τύχης.
Εκείνο που έγινε σαφώς κατανοητό ήταν ότι είχε διασχίσει τους πάγους του χειμώνα για να γεννήσει τα κουταβάκια της και δεν είχε καταφέρει να επιστρέψει. Κανείς δεν μπόρεσε να θυμηθεί ότι την είχε δει ποτέ να κολυμπάει και, για τους πρώτους μήνες τουλάχιστον, οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να πάρει μαζί της τα μικρά της.
Ο μεγαλόσωμος κι ευγενικός άντρας με την οσμή από σπέρμα ζώου συχνά δυνατή στα χέρια του ήταν ο προ-προ-προπάππους μου, και υποστήριξαν ότι πέθανε γιατί ήταν πολύ καλός στην αναπαραγωγή των ζώων ή επειδή φρόντιζε πάρα πολύ για την ικανοποίηση και την ευημερία τους. Δεν ήταν πια εκεί για να δει τη γέννηση του παιδιού του εκείνη την άνοιξη που, με τη σειρά του, έγινε ο προ-προπάππους μου, μα ίσως και να ήταν ολόκληρος εκεί, μέσα στη μνήμη των μεγαλύτερων γιων του που τον είδαν να χάνεται από την αμφιλεγόμενη δύναμη της κου μωθ γκλας. Το νεώτερο από τα αγόρια της βάρκας το κατάτρεχε και το βασάνιζε η φρίκη που είχαν δει τα μάτια του. Ξυπνούσε τη νύχτα με ουρλιαχτά γιατί είχε δει την κου μωθ γκλας α’ βαϊς, το μεγάλο γκρίζο σκυλί του θανάτου, κι οι κραυγές του πλημμύριζαν το σπίτι και τ’ αυτιά και το νου όσων τον άκουγαν, φέρνοντας την οικογένεια ξανά και ξανά μπρος στις συνέπειες της απώλειάς τους. Ένα πρωί, ύστερ’ από μια νύχτα που είχε δει την κου μωθ γκλας α’ βαϊς τόσο ζωντανά ώστε τα σεντόνια ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα του, περπάτησε ως τον ψηλό βράχο που έβλεπε στο νησί κι εκεί έκοψε το λαιμό του μ’ ένα ψαρομάχαιρο κι έπεσε στη θάλασσα.
Ο αδελφός του έζησε ως τα σαράντα, αλλά, πάλι σύμφωνα με αυτά που διηγούνται, βρέθηκε μια νύχτα σ’ ένα παμπ στη Γλασκόβη, ψάχνοντας ίσως γι’ απαντήσεις, βαρύς και θολωμένος από το ουίσκυ που είχε γίνει το αναισθητικό του. Στο μισοσκόταδο είδε έναν μεγαλόσωμο, γκριζόμαλλο άντρα να κάθεται μόνος του με την πλάτη στον τοίχο και του μουρμούρισε κάτι. Κάποιοι λένε, είδε την κου μωθ γκλας α’ βαϊς ή εκστόμισε το όνομα. Ίσως κι ο άντρας που άκουσε τη φράση με αυτιά εξ ίσου επηρεασμένα απ’ το πιοτό να του φάνηκε ότι τον αποκάλεσαν σκυλί ή σκύλας γιο ή κάτι παρόμοιο. Σηκώθηκαν να αντιμετωπίσουν ο ένας τον άλλο και αγωνίστηκαν σκληρά έξω στο πλακόστρωτο πέρασμα πίσω από το παμπ όπου, εντελώς απίθανο, ήταν υποτίθεται άλλοι έξι μεγαλόσωμοι, γκριζόμαλλοι άντρες που τον πετροβόλησαν μέχρι θανάτου, χτυπώντας το αιμόφυρτο κεφάλι του στην πέτρα ξανά και ξανά πριν εξαφανιστούν και τον αφήσουν να πεθάνει με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό. Η κου μωθ γκλας α’ βαϊς ήρθε πάλι, έλεγε η οικογένεια, στην προσπάθειά της να κατανοήσει την ιστορία.
Έτσι ήρθε η κου μωθ γκλας α’ βαϊς στις ζωές μας. κι όπως είναι φανερό όλ’ αυτά συνέβησαν πολύ πολύ παλιά. Εν τούτοις, μέσω των επόμενων γενεών, φαίνεται ότι το φάντασμα βρήκε κάποιον τρόπο να εγκατασταθεί και να γίνει δικό μας — όχι σαν ένας ανεπιθύμητος σκελετός στη ντουλάπα από το αρχαίο παρελθόν της οικογένειας, αλλά μάλλον σαν κάτι ισοδύναμο με γενετική δυνατότητα. Στους θανάτους κάθε γενιάς, κάποιοι έβλεπαν το γκρίζο σκυλί - γυναίκες που πέθαιναν στη γέννα, στρατιώτες που πήγαιναν σε πολλούς πολέμους ως που δεν επέστρεφαν, εκείνοι που μπλέκονταν σε βεντέτες ή επικίνδυνες ερωτικές σχέσεις, εκείνοι που αποκρίνονταν σε μυστηριώδη μεσονύχτια μηνύματα, εκείνοι που παρέκκλιναν στον αυτοκινητόδρομο ν’ αποφύγουν το πραγματικό ή το φανταστικό γκρίζο σκυλί και κατέληγαν ένας σωρός κομματιασμένο ατσάλι. Και κάποιος επαγγελματίας αθλητής ο οποίος, εκτός από την προσκόλληση του στις αθλητικές προλήψεις, κουβαλούσε κι έναν άλλο φόβο ή δοξασία. Πολλοί από τους άντρες απογόνους κινούνταν σαν προσεκτικοί αιμοφιλικοί, φοβούμενοι ότι κουβαλούσαν ανεπιθύμητες δυνατότητες βαθιά μέσα τους. Άλλοι πάλι, ενώ το γελούσαν, ήταν όπως κάποια μέλη σε οικογένειες στα οποία επανέρχεται ύστερα από μερικές γενιές ο καρκίνος ή ο διαβήτης που συνήθως παρουσιάζεται σε υπερήλικες. Και το προαίσθημα εκείνων που λένε λίγα στους άλλους αλλά που συχνά λένε μες στην ησυχία στον εαυτό τους, ‘δεν συνέβη σε μένα’, προσθέτοντας πάντα την προειδοποίηση ‘όχι ακόμα’.
Τα συλλογίζομαι τώρα όλ’ αυτά καθώς η οκτωβριάτικη βροχή πέφτει πάνω απ’ την πόλη του Τορόντο κι οι ευγενικές, λευκοντυμένες νοσοκόμες μπαινοβγαίνουν με σίγουρο βήμα στο δωμάτιο του πατέρα μου. Είναι ξαπλωμένος ήσυχα μέσα στη λευκότητα, με το κεφάλι και τους ώμους του ανυψωμένους σ’ αυτή τη στάση του νοσοκομείου, όπου δεν είσαι ούτε εντελώς ξαπλωτός μα ούτε καθιστός ωστόσο. Τα μαλλιά του λευκά πάνω στο μαξιλάρι του κι η αναπνοή του ήρεμη και μερικές φορές ακανόνιστη, αν και είναι δύσκολο να είσαι πάντα σίγουρος.
Οι πέντε γκριζόμαλλοι αδελφοί μου κι εγώ καθόμαστε κοντά του εκ περιτροπής, κρατώντας τα δυνατά του χέρια στα δικά μας και νιώθοντας την ανταπόκρισή τους, ελπίζοντας με αβεβαιότητα ότι θα μας μιλήσει, ξέροντας ωστόσο πόσο θα τον κούραζε. Και προσπαθώντας να διαβάσουμε τη ζωή του και τις δικές μας ζωές μες στα μάτια του όσο μένουν ανοιχτά. Έζησε μαζί μας πολύν καιρό, είμαστε ήδη μεσήλικες. Αντίθετα μ’ εκείνα τ’ αγόρια στη βάρκα τότε παλιά, δεν τον χάσαμε όσο είμαστε νέοι. Κι αντίθετα με τον νεότερο αδελφό τους, τον προ-προπάππου μας, δεν μεγαλώσαμε σ’ έναν κόσμο απ’ όπου έλειπε το χάδι του πατέρα. Είχαμε την τύχη να έχουμε αυτόν τον μεγαλόσωμο κι ευγενικό άντρα τόσο βαθιά μέσα στις ζωές μας.
Κανείς στο νοσοκομείο δεν ανέφερε την κου μωθ γκλας α’ βαϊς. Ωστόσο, όπως έλεγε η μητέρα μου πριν δέκα χρόνια, πριν φύγει από τη ζωή τόσο ήσυχα όσο ένας νέος που μπαινοβγαίνει στο σπίτι των γονιών του τις πρωινές ώρες, ‘είναι δύσκολο να μη γνωρίζεις εκείνο που γνωρίζεις’.
Ακόμα κι οι πιο σκεπτικιστές, όπως είναι ο μεγαλύτερος αδελφός μου που ταξίδεψε από το Μόντρεαλ, προδίδονται από τις ανήσυχες πράξεις τους. “Απέφυγα τους σταθμούς του Γκρίζου Κυνηγού και στο Μόντρεαλ και στο Τορόντο,” είπε χαμογελώντας μόλις έφτασε. Και πρόσθεσε, “για κάθε ενδεχόμενο”.
Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο άρρωστος ήταν ο πατέρας μας και πολύ λίγο χαμογέλασε από τη στιγμή που το κατάλαβε. Τον παρατηρούσα να στριφογυρνά το διαμαντένιο δαχτυλίδι στο δάχτυλό του, ξέροντας ότι ελπίζει να μην ακούσει τα κέλτικα που ξέρει τόσο καλά. Μην έχοντας την πολυτέλεια, όπως κάποτε είχε πει, να υποκριθεί ότι δεν καταλαβαίνει την ‘άλλη’ γλώσσα σαν κάποιος που ζει στο Μόντρεαλ. Δεν μπορείς να μη γνωρίζεις εκείνο που γνωρίζεις.
Καθόμαστε εκεί κι ένας ένας κρατάμε τα χέρια του άντρα που μας έδωσε ζωή και φοβόμαστε για κείνον και για μας. Φοβόμαστε ότι το όραμα μπορεί να έρθει και φοβόμαστε ν’ ακούσουμε τα λόγια που θα προκαλέσει. Καταλαβαίνουμε ότι μπορεί να μπερδευτεί με αυτό που οι γιατροί αποκαλούν ‘θέληση για ζωή’ και καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν κάποιες πεποιθήσεις που άλλοι θα τις ξεφορτώνονταν σαν ‘σκουπίδια’. Καταλαβαίνουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι η γη είναι επίπεδη και ότι τα πουλιά γεννούν τον ήλιο.
Περιορισμένοι εδώ στη δική μας ξεχωριστή θνητότητα, απευχόμαστε να δούμε ή να δούμε άλλους να βλέπουν αυτό που σημαίνει τον τερματισμό της ζωής. Δε θέλουμε ν’ ακούσουμε τη φωνή του πατέρα μας, όπως συνέβη σ’ εκείνους τους άλλους γιους, να επικαλείται το δικό του θάνατο.
Θα κλείναμε τα μάτια μας και θα σφραγίζαμε τ’ αυτιά μας κι ας ξέραμε ότι τέτοιες ενέργειες δε χρησιμεύουν καθόλου. Ακάλυπτοι, ακίνητοι και τρομαγμένοι, ως και τα γκρίζα μαλλιά μας θα ‘χουν ανασηκωθεί στο σβέρκο, εάν και όταν ακούσουμε το σύρσιμο των ποδιών και το γρατσούνισμα στην πόρτα.
(1) Οι λέξεις, που εμφανίζονται στην κέλτικη γλώσσα στο πρωτότυπο και στη συνέχεια αποδίδονται στην αγγλική, δεν μεταφράζονται αλλά μεταγράφεται η προφορά τους, σύμφωνα με τους κανόνες για την προφορά που εμφανίζονται στην ιστοσελίδα ‘gaelic course’ του Daniel McManus.
(2) ‘Σασκουάτς’ (Sasquatch στο πρωτότυπο) είναι το όνομα που έχει δοθεί σε ένα τεράστιο, τριχωτό, ανθρωπόμορφο τέρας, που υποτίθεται ότι κατοικεί στις βορειοδυτικές περιοχές των Η.Π.Α. και στο δυτικό Καναδά.
(3) Στο πρωτότυπο χρησιμοποιείται η κέλτικη λέξη buidseachd, που στα αγγλικά απόδίδεται ως witchcraft.
Alistair MacLeod

Saturday

The Bee-Cave, by Patrick Lane

Η Σπηλιά της Μέλισσας

Κάθομαι στη σπηλιά της μέλισσας
κάτω απ’ τους λόφους Οκάναγαν
παρατηρώ τους κίτρινους

ορεινούς ηλίανθους
τη βαριά μου ανάσα
καλύπτει ο βόμβος

απ’ τις μέλισσες εκεί μέσα
στη φωλιά της σκοτεινιάς

γυμνώνω την κοιλιά μου
στα μαλακά κεντρίσματα
και μετρώ το πρήξιμο

κατά καιρούς λείπουν
σ’ έρημα ταξίδια
Φλύαρες μέλισσες απ’ τις μοναχικές σπηλιές

γιατί επιστρέφετε
σ’ αυτή τη σκοτεινιά;

Tuesday

Winter 1, by Patrick Lane


Χειμώνας Ι

Η γενναιοδωρία του χιονιού, ο τρόπος του να συγχωρεί
την αμαρτία, σκεπάζοντας τις πολλές προδοσίες
κι αφήνοντας τον κόσμο
ακριβώς όπως ήταν. Σκέψου τον άνθρωπο
που βαδίζει αιώνια κι ανταμώνει τ’ αχνάρια του
κι αντιλαμβάνεται ότι κάνει κύκλους. Σκέψου
την απογοήτευσή του. Δες τον πώς ανοίγει δρόμο ξανά
σε καινούργια κατεύθυνση, ελπίζοντας αυτή η πορεία
να τον βγάλει κάπου. Σκέψου πόσο πιο
ευτυχής θα είναι αυτή τη φορά με τον άνεμο
ολόγυρά του, τον άνεμο που καλύπτει τ’ αχνάρια του.

Αυτόν τον άνθρωπο σκέφτεται,
τι τον παρακινεί να συνεχίζει άραγε.
Η σκέψη του χιονιού,
οι μικροί λευκοί κόκκοι που εισχωρούν
μες στις τρύπες όπου πέρασαν τα βήματά του,
παραγεμίζοντάς τες,
μη μείνει τόπος στην απελπισία.

Patrick Lane