Showing posts with label πολύ μικρή ιστορία. Show all posts
Showing posts with label πολύ μικρή ιστορία. Show all posts

Saturday

λευκές τουλίπες

Η μαγεία της Παρασκευής: επιστρέφεις τόσο κουρασμένη! Δε μου δίνεις σημασία. Δε θέλεις ούτε να μιλήσεις. ‘Θα κοιμηθώ όλο το σαββατοκύριακο’ λες. Ψέματα. Σε λίγες ώρες ξυπνάς έτοιμη για περιπέτεια. Αλλά είναι η ευκαιρία μου να σε φροντίσω. Να παραγγείλω φαγητό. Να στρώσω τραπέζι. Πάντα γελάς όταν βλέπεις να έχω φέρει λουλούδια.
Σε περιμένω. Βγαίνεις απ’ το μπάνιο, ανάβεις τα κεριά. Κλείνω τα φώτα, ανοίγω το κρασί. Γεμίζω δυο ποτήρια. Ησυχία. Μόνο ο αέρας απ’ έξω. Ξέρω πόσο απολαμβάνεις αυτές τις σιωπές του σπιτιού. ‘Ακούω την ανάσα του’ είχες πει. Και άλλοτε, ‘μας αγαπάει αυτό το σπίτι.’
Κινείσαι γύρω νωχελικά με το ποτήρι το κρασί στο χέρι. Βγαίνεις για λίγο στο μπαλκόνι. Οι μαργαρίτες έχουν ανθίσει. Ο δυόσμος βλάστησε πάλι στη γλάστρα που είχε μαράνει η παγωνιά.
Γυρίζεις σε μένα. Τυλίγεις το χέρι σου γύρω απ’ το λαιμό μου. Ξέρεις τη συνέχεια: θα βάλω τη μουσική χαμηλά και σταδιακά θα τη δυναμώνεις, θα στροβιλιστούμε για λίγο, πίνοντας και τσιμπολογώντας, πριν καθίσουμε στο τραπέζι.
Οι Παρασκευές στο σπίτι είναι προβλέψιμες. Η έκπληξη είναι ότι κάθε φορά είναι σαν καινούργιες. Σαν την ίδια παράσταση στο θέατρο κάθε βράδυ. Κάτι, που δεν ανιχνεύω ακόμα, αναδίδει φρεσκάδα.
Και τώρα ξέρω: μόλις με πάρει ο ύπνος, θα σηκωθείς απ’ το κρεβάτι και θα εγκατασταθείς, ως τις μικρές ώρες, στο γραφείο.

Monday

φυσά εκεί πάνω

Περασμένο μεσημέρι. Η αρχαία πέτρα είχε ζεσταθεί. Φορώ λευκά βαμβακερά αθλητικά, σκούρα γυαλιά, μια στρώση κρέμα αντηλιακή στο πρόσωπο. Απλώνομαι πάνω της, ατενίζω ουρανό. Διάφανα γαλανός. Σκηνή όπου τα σύννεφα έχουν στήσει τον απογευματινό χορό τους. Λευκά, ρόδινα, αφράτα σμίγουν αργά, νωχελικά, στροβιλίζονται κι αποχωρίζονται. Και πάλι μαζί και τώρα στροφή και στον κύκλο ξανά και βήμα μπροστά. ‘Άλλος αέρας φυσά εκεί πάνω’ σκέφτομαι. ‘Δηλαδή, φυσά εκεί πάνω’ σκέφτομαι. Εδώ, που βρίσκομαι, η ακινησία είναι τέλεια. Μόνο την ανάσα μου νιώθω: πώς σηκώνει κι αφήνει πάλι την κοιλιά μου να πέσει. Το γαλάζιο, λες, με περικλείει και τίποτα δε με φτάνει από γύρω. Ή, μ’ έχει ανεβάσει κάπου ψηλότερα απ’ όπου ξάπλωσα το κορμί μου – γιατί ούτε τη σκληρή πέτρα νιώθω στη ράχη μου – κάπου χαμηλότερα απ’ όπου φτάνουν τα μάτια μου. Αυτό ήταν. Τελείωσε. Για λιγότερο από μια στιγμή. Αφού, μόλις ανακαλέσω, είμαι πάλι με τη ράχη στη γη. Και είναι όλα εδώ. Επιμένω να κοιτάζω τον μπλε ουρανό, αλλά ακούω τα πουλιά τώρα. Αισθάνομαι στα μάγουλά μου την αύρα που κατεβαίνει από το λόφο. Ανεπαίσθητη, έρχεται η μυρωδιά του πεύκου μαζί της. Ήσυχα, φτάνεις κι εσύ. Το αριστερό σου χέρι στη γάμπα μου, στο δεξί ένα ποτήρι κρασί.

Tuesday

τ' άστρα

Ευλογημένα τ' άστρα
Τα τραγουδούν οι ποιητές
Τα μελετούν οι αστρονόμοι
Οι αστρολόγοι τα ερμηνεύουν
Κι εκείνα βλέπουν εμένα

Θυμάμαι τον πατέρα, πολύ μικρή, στην αυλή ένα βράδυ:
“Βλέπεις πόσα πολλά αστέρια σε κοιτάζουν απόψε;”
Έμεινα άφωνη. Εμένα κοιτάζουν; Εμένα κοιτάζουν!
Αργότερα, η μητέρα απαντά σε μερικές από τις άπειρες ερωτήσεις μου:
“Μα και βέβαια είναι στον ουρανό και την ημέρα. Εμείς δεν τα βλέπουμε. Κρύβονται πίσω απ’ το φως του ήλιου. Αλλά, μας βλέπουν εκείνα.”