Όταν ο Οδυσσέας πήρε μυρουδιά ότι η βαρκούλα του είχε βάλει πλώρη για το λιμάνι της Ιθάκης, κατατρόμαξε. Τέλειωσε κιόλας η οδύσσεια; Και βρήκε, όπως πάντα, τον πιο πανούργο τρόπο να την συνεχίσει: Βλαστήμησε τον Ποσειδώνα. Εκείνος, όπως αρμόζει σ’ έναν προσβεβλημένο θεό, σήκωσε βουνά τα κύματα και τον πέταξε πάλι έξω στη φουρτούνα. Όταν ο Ποσειδώνας βαριόταν ν’ ασχολείται με τον Οδυσσέα κι έστρεφε αλλού την προσοχή του, ο ήρωας της οδύσσειας έβγαινε στη στεριά, ως ναυάγιο. Άλλοτε στο νησί της Κίρκης, άλλοτε στο νησί της Καλυψώς.
Κάποτε βγήκε στο νησί των Φαιάκων. Θαμπώθηκε τότε από τη Ναυσικά. Από το τραγούδι της, από το πώς έπαιζε το τόπι. Ήθελε να μείνει. Ήταν όμως υποχρεωμένος, σύμφωνα με τους νόμους που περιορίζουν και που προσδιορίζουν εκείνο που δεν ορίζεται, να δηλώσει υποταγή στο βασιλιά του τόπου, ο Βασιλιάς.
Τότε αποφάσισε να πάρει την πρώτη απόφαση στην ιστορία της ζωής του. Αποφάσισε να τελειώνει με την περιπέτεια που είχε αποδειχθεί να είναι σε κάθε λιμάνι τόσο ίδια. Είχε πια βαρεθεί να παίζει το βολικό ρόλο του δούλου, του υποταγμένου στα καπρίτσια του άρχοντα ή της αρχόντισσας κάθε ξένου τόπου, μόνο και μόνο για το κέφι του και για την εμπειρία της υποτέλειας. Η γεύση της περιπέτειας ήταν πλέον άνοστη.
Έτσι επέστρεψε στο πεπρωμένο του. Γύρισε στον τόπο του, στο σπίτι του, στον εαυτό του. Και έζησε αυτό το οποίο είχε να ζήσει. Την αληθινή ζωή του, ως βασιλιάς. Την πραγματική ζωή, ως κύριος της ζωής του.