Showing posts with label poetry. Show all posts
Showing posts with label poetry. Show all posts

Sunday

[white spring] by Lisa Olstein

Εργάζομαι πάνω σ’ ένα δείγμα τόσο χλωμό, είναι σαν ν’ ατενίζω το χιόνι απ’ την πλώρη ενός πλοίου μες στην ομίχλη. Χάνω την επαφή με τα πράγματα – τη σύνδεση του φτερού, τη λεπτή τρίχα – λες και το ίδιο το λεπιδόπτερο εξαφανίζεται, μένει ωστόσο εμπρός μου το κενό. Ή, στη γύμνια του, οι λεπτές διαφορές αίφνης μεγεθύνονται: η πολύ απαλή σκιά πιο φωτεινή στο λευκό αρχίζει ν’ αναπνέει με μιαν αυστηρότητα που καθηλώνει ώστε και μόνο η σκέψη του χρώματος τρομάζει. Έχει χιονίσει και το βράδυ είναι μπλε. Οι βοσκοί μοιάζουν με σημαδούρες, με υδρόβια μακρύποδα σε πολύ βαθιά νερά. Θα πρέπει να κολυμπήσουν να βγουν στην ακτή. Τ’ άλογά τους είναι υπομονετικά. Τους αρέσει να οδηγούνται απ’ το παχνί τους. Τους αρέσει ν’ ακονίζουν τα δόντια τους στην πύλη. Θα στέκονται, γόνατα κλειδωμένα, με τις ώρες.

[white spring] by Lisa Olstein

white spring moth

Αφιερωμένο στη Μαρία και για όλους μια ευχή:
Ας ξεκλειδώσουμε τη βούλησή μας για ζωή.

The Long Way Through the Chairs, by M. Travis Lane

Το Μακρύ Ταξίδι Μέσ’ απ’ τις Καρέκλες


"still & curved" phot@rt by Aeglie
Η γάτα ξεκινά το μακρύ ταξίδι μέσ’ απ’ τις καρέκλες,
ασκίαστο κέντημα κίνησης, μετά
τη γραμμή ανάμεσα
δυο βελονιές, κρυφή, διακριτική, περίπλοκη.

Η απόλυτη αίσθηση ευχαρίστησης της διαδρομής
είναι ένα είδος σπάνιας ποίησης
που κάνει το ταξίδι πιο απολαυστικό
απ’ όπου ποτέ βρεθεί.

Είναι επίσης ένα είδος ζωής
αρετή της δεν είναι κάποιος ήσυχος χώρος
κουλουριασμένη στη θέρμη του αγκώνα σου, νύχτες,
ούτε αυτό που ξαπλώνει σαν μελάνι στο χαρτί, που ψεύδεται,

αλλά η αλήθεια
που ατέλειωτα εναλλάσσεται,
κρυφή, διακριτική, περίπλοκη, κίνηση
η απόλυτη απόλαυση

M. Travis Lane


Yellow Bowl, by Rachel Contreni Flynn

Κίτρινο Μπολ

Αν το φως χύνεται σα νερό
μες στην κουζίνα όπου λικνίζομαι
με τα κουρασμένα παιδιά μου,

αν το χαλάκι στα πόδια μας
είναι υφασμένο μ’ έντονα λουλούδια,
και το κίτρινο μπολ στο τραπέζι

αναπαύεται με το γλυκό βάρος
των φρούτων, ζεστά απ’ τον ήλιο δαμάσκηνα,
αν το κορμί μου γέρνει πάνω απ’ τα μωρά,

κι αν τραγουδώ,
τότε η μοναξιά χάνει το σχήμα της,
κι αυτή η ησυχία είναι απλά ησυχία.

Aesthetic, by Lionel Kearns

Αισθητική

Σε αγγίζει εκεί, σε αγγίζει ακριβώς
εκεί, ώστε ακινητείς, και για μια στιγμή
ενώ ένα ισχνό ηλεκτρικό ρεύμα διατρέχει
τη ραχοκοκαλιά σου και μουδιάζει τα σπλάχνα σου
ξέρεις ότι είσαι ζωντανός. Η τέχνη δεν είναι
κάτι εντός ή εκτός της ζωής. Είναι
μάλλον η μορφή που παίρνει μερικές φορές η ζωή,
σαν ένα ραβδί με τη μια άκρη ακονισμένη,
αιχμηρή.

Thursday

Child, by Sylvia Plath

Το παιδί

Το καθαρό σου βλέμμα είναι το μόνο απόλυτα όμορφο πράγμα.
Θέλω να το γεμίσω χρώμα και πάπιες,
Το ζωολογικό κήπο του καινούργιου

Που τ’ όνομά του συλλογίζεσαι -
Χιονολούλουδο του Απρίλη, ινδιάνικη πίπα,
Μικρό

Βλαστάρι χωρίς ρυτίδα,
Λίμνη μες στην οποία τα είδωλα
Πρέπει να ‘ναι μεγάλα και κλασσικά

Όχι αυτό το ανήσυχο
Σφίξιμο των χεριών, αυτό το σκοτεινό
Ταβάνι δίχως έν’ αστέρι.

child, by Sylvia Plath

Sylvia Plath, by roadartist

Tuesday

water

I flow down
through forest and meadow
I meet my sea

Sunday

love scent

I look around for
the one tree I love;
nowhere it’s seen.
Still love’s in bloom
over my heart’s field;
life scents of it.

Monday

giving

the way you give yourself to me:
completely, holding nothing back;
or it’s love itself
where you give yourself?

Wednesday

snow flower

you spread my secret out
to the strong winter
my flower blossoms
through frozen white

Tuesday

Snow, by Louise Gluck

Χιόνι Τέλη Δεκέμβρη: ο πατέρας μου κι εγώ πηγαίνουμε στη Νέα Υόρκη, στο τσίρκο. Με κρατά στους ώμους του στον τσουχτερό αέρα: κομματάκια λευκό χαρτί αιωρούνται πάνω απ’ τις ράγες. Στον πατέρα μου αρέσει να στέκει έτσι, να με κρατά ώστε να μη με βλέπει. Θυμάμαι καθώς κοιτάζω ευθεία μπροστά τον κόσμο που βλέπει ο πατέρας μου, μάθαινα ν’ αφομοιώνω το κενό του, πυκνό το χιόνι δεν πέφτει, στροβιλίζεται γύρω μας.

Thursday

God Walks Burning Through Me, by Patric Lane

Ο Θεός Μέσα Από Μένα Καίει

Όταν κοιμάμαι έρχονται στον κήπο τα πουλιά
με τα δώρα τους, τους σπόρους. Μες απ’ τον πάγο

βγαίνουν τη νύχτα φύλλα απ’ το περσινό γρασίδι.
Όλα τα τραγούδια μου γίνονται ένα τραγούδι.

Η παλάμη του χεριού μου και το πέλμα του ποδιού
θυμούνται ό,τι ξεχνώ.

Το παλιό φανάρι πλάι στη λιμνούλα είναι πάντα εκεί.
Τώρα είναι η ώρα να το ανάψει.
Patrick Lane

Monday

road

fresh wind scatters
my past life’s ashes
rain washes

Wednesday

arms

I armed myself
with arrows no setting targeted
with arrows hurting me to bleed
I armed myself

Monday

taste

it’s your love
letting a honey drop of eternity
silently reach my mouth

greek version

Sunday

distance

wind whispers
my heart listens to you
a daisy blooms

Wednesday

Winter 2, by Patrick Lane

Χειμώνας 2

Στο λεύκωμα που κρατά στα λεπτά του χέρια
Χιλιάδες φωτογραφίες που έφτιαξε από χειμώνα.
Κάθε μια τραβηγμένη τέλεια, κάθε μια άσπιλο
λευκό μόνο με μια ελάχιστη σκιά μερικές φορές
ένα φευγαλέο, εφήμερο γκρι να προδίδει
την εικόνα εκείνου που φωτογράφισε.
Τον ευχαριστεί να το ξεφυλλίζει αργά και να θυμάται.

Patrick Lane

Saturday

My lady can sleep, by Leonard Cohen


Η καλή μου κοιμάται
Πάνω σ’ ένα μαντήλι
Ή, το φθινόπωρο
Σ’ ένα πεσμένο φύλλο

Βλέπω τους κυνηγούς
Γονυπετείς εμπρός της
Τους αποφεύγει
Ως και στον ύπνο της

Μόνο δώρο να προσφέρουν
Η έμμονη θλίψη τους
Ψάχνω τις τσέπες μου
Για μαντήλι ή φύλλο

Sunday

summer time

A salty smell
A blue light taste
And the wave
Brings over a song
From open sea
From deep waters
That silver rock
Commends its body
To noonday sun
Under its shade
On sandy seaside
Lovers snuggling
A frozen melon
With the knife
Upon the table
Underneath
Backyard’s roof
Swallows nesting

Saturday

Solstice, by Louise Gluck

ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ 




Κάθε χρόνο, ίδια μέρα, έρχεται το θερινό ηλιοστάσιο. 
Άπλετο φως: προετοιμαζόμαστε γι’ αυτό, 
η μέρα για την οποία λέμε σ’ εμάς τους ίδιους 
ότι ο χρόνος διαρκεί πραγματικά πάρα πολύ, σχεδόν ατελείωτα. 
Και σε ό,τι διαβάζουμε και γράφουμε, δίνεται προτίμηση 
στο γιορτινό, το εκστατικό. 

Υπάρχει κάτι σ’ αυτές τις τελετουργίες πέρα απ’ το δέος: 
υπάρχει επίσης ένα είδος έπαρσης, 
λες κι η ανθρώπινη μεγαλοφυΐα συμμετείχε σ’ αυτές τις ρυθμίσεις 
και βρήκαμε τ’ αποτελέσματα ικανοποιητικά. 

Ό,τι ακολουθεί το φως είναι ό,τι προηγείται: 
η στιγμή της ισορροπίας, της σκοτεινής αντιστοιχίας. 

Αλλ’ απόψε καθόμαστε στον κήπο στις καρέκλες μας από καναβάτσο 
ως πολύ αργά το βράδυ - 
γιατί να κοιτάζουμε μπρος ή πίσω; 
Γιατί να υποχρεωνόμαστε να θυμηθούμε: 
είναι στο αίμα μας αυτή η γνώση. 
Μικρές ημέρες, σκοτεινιά, χειμωνιάτικο κρύο. 
Είναι στο αίμα και τα οστά μας, στο ιστορικό μας. 
Χρειάζεται μεγαλοφυΐα να ξεχνάς τέτοια πράγματα.

Friday

Mending Wall, by Robert Frost

Τοίχος για Επανόρθωση

Είναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο,
Στέλνει τη διαστολή του παγωμένου εδάφους από κάτω,
Και σκορπίζει τις πάνω πέτρες στον ήλιο,
Και φτιάχνει κενά όπου ακόμα και δυο περνούν μαζί.
Η δουλειά των κυνηγών είναι κάτι αλλιώτικο:
Τους ακολούθησα κι έκανα τις επισκευές
Όπου δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα,
Μόνο έβγαλαν το κουνέλι απ’ την κρυψώνα,
Προς τέρψη των σκύλων που αλυχτούσαν. Τα κενά, λοιπόν,
Κανείς δεν τα βλέπει ούτε τ’ ακούει να γίνονται,
Τα βρίσκουμε εκεί την ώρα της ανοιξιάτικης επανόρθωσης.
Συνεννοούμαι με το γείτονά μου πέρα από το λόφο,
Και μια μέρα συναντιόμαστε να βαδίζουμε το σύνορο
Και να χτίζουμε άλλη μια φορά ανάμεσά μας τον τοίχο.
Έχουμε τον τοίχο ανάμεσά μας καθώς δουλεύουμε.
Για τον καθένα οι πέτρες που έχουν πέσει στον καθένα.
Μερικές είναι πλατιές κι άλλες σχεδόν ολοστρόγγυλες
Πρέπει να πούμε το ξόρκι για να σταθούν στη θέση τους:
“Μείνε εκεί που είσαι ως να γυρίσω την πλάτη μου!”
Τα δάχτυλά μας ροζιάζουν που τις πιάνουμε.
Α, δεν είναι παρά ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
Ένας σε κάθε πλευρά. Μα πάλι κάτι περισσότερο:
Εκεί που βρίσκεται δεν τον χρειαζόμαστε τον τοίχο:
Εκείνος ένας πευκώνας κι εγώ περιβόλι μηλιάς.
Τα μήλα μου ποτέ δε θα πάνε απέναντι
Να φάνε τα κουκουνάρια του, του λέω.
Εκείνος λέει μόνο, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”
Η άνοιξη με σκανδαλίζει κι αναρωτιέμαι
Αν καταφέρω να βάλω καμιά ιδέα στο κεφάλι του
“Πώς γίνονται αγαπημένοι οι γείτονες; Δε λέει
Εκεί που υπάρχουν αγελάδες; Αλλά εδώ δεν έχουμε αγελάδες.
Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα να μάθω
Τι θα ‘κλεινα μέσα ή τι θ’ άφηνα έξω,
Και ποιον θα μπορούσα να προσβάλω.
Είναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο
Τον θέλει χάμω.” Θα του ‘λεγα “τα ξωτικά”
Αλλά δεν είναι ακριβώς τα ξωτικά και καλύτερα
Να το ‘λεγε ο ίδιος. Τον βλέπω εκεί δα
Κουβαλά μια πέτρα κρατώντας τη γερά απ’ την άκρη
Σε κάθε χέρι, σαν παλαιολιθικός βάρβαρος αρματωμένος.
Κινείται στο σκοτάδι, έτσι μου φαίνεται,
Όχι μόνο του δάσους και της σκιάς των δέντρων.
Δε θ’ ακολουθήσει τα λόγια του πατέρα του,
Και του αρέσει τόσο πολύ να τα γυροφέρνει στη σκέψη του
Λέει πάλι, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”

Mending Wall, by Robert Frost

ο αμερικανός ποιητής