Τοίχος για ΕπανόρθωσηΕίναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο,
Στέλνει τη διαστολή του παγωμένου εδάφους από κάτω,
Και σκορπίζει τις πάνω πέτρες στον ήλιο,
Και φτιάχνει κενά όπου ακόμα και δυο περνούν μαζί.
Η δουλειά των κυνηγών είναι κάτι αλλιώτικο:
Τους ακολούθησα κι έκανα τις επισκευές
Όπου δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα,
Μόνο έβγαλαν το κουνέλι απ’ την κρυψώνα,
Προς τέρψη των σκύλων που αλυχτούσαν. Τα κενά, λοιπόν,
Κανείς δεν τα βλέπει ούτε τ’ ακούει να γίνονται,
Τα βρίσκουμε εκεί την ώρα της ανοιξιάτικης επανόρθωσης.
Συνεννοούμαι με το γείτονά μου πέρα από το λόφο,
Και μια μέρα συναντιόμαστε να βαδίζουμε το σύνορο
Και να χτίζουμε άλλη μια φορά ανάμεσά μας τον τοίχο.
Έχουμε τον τοίχο ανάμεσά μας καθώς δουλεύουμε.
Για τον καθένα οι πέτρες που έχουν πέσει στον καθένα.
Μερικές είναι πλατιές κι άλλες σχεδόν ολοστρόγγυλες
Πρέπει να πούμε το ξόρκι για να σταθούν στη θέση τους:
“Μείνε εκεί που είσαι ως να γυρίσω την πλάτη μου!”
Τα δάχτυλά μας ροζιάζουν που τις πιάνουμε.
Α, δεν είναι παρά ένα ακόμα υπαίθριο παιχνίδι,
Ένας σε κάθε πλευρά. Μα πάλι κάτι περισσότερο:
Εκεί που βρίσκεται δεν τον χρειαζόμαστε τον τοίχο:
Εκείνος ένας πευκώνας κι εγώ περιβόλι μηλιάς.
Τα μήλα μου ποτέ δε θα πάνε απέναντι
Να φάνε τα κουκουνάρια του, του λέω.
Εκείνος λέει μόνο, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”
Η άνοιξη με σκανδαλίζει κι αναρωτιέμαι
Αν καταφέρω να βάλω καμιά ιδέα στο κεφάλι του
“Πώς γίνονται αγαπημένοι οι γείτονες; Δε λέει
Εκεί που υπάρχουν αγελάδες; Αλλά εδώ δεν έχουμε αγελάδες.
Πριν χτίσω έναν τοίχο θα ρωτούσα να μάθω
Τι θα ‘κλεινα μέσα ή τι θ’ άφηνα έξω,
Και ποιον θα μπορούσα να προσβάλω.
Είναι κάτι που δεν αγαπά τον τοίχο
Τον θέλει χάμω.” Θα του ‘λεγα “τα ξωτικά”
Αλλά δεν είναι ακριβώς τα ξωτικά και καλύτερα
Να το ‘λεγε ο ίδιος. Τον βλέπω εκεί δα
Κουβαλά μια πέτρα κρατώντας τη γερά απ’ την άκρη
Σε κάθε χέρι, σαν παλαιολιθικός βάρβαρος αρματωμένος.
Κινείται στο σκοτάδι, έτσι μου φαίνεται,
Όχι μόνο του δάσους και της σκιάς των δέντρων.
Δε θ’ ακολουθήσει τα λόγια του πατέρα του,
Και του αρέσει τόσο πολύ να τα γυροφέρνει στη σκέψη του
Λέει πάλι, “γεροί φράχτες, αγαπημένοι γείτονες.”
Mending Wall, by Robert Frostο αμερικανός ποιητής