Showing posts with label english. Show all posts
Showing posts with label english. Show all posts

Monday

ένα αγαπημένο βιβλίο

Συνεχίζω να παίζω με τα βιβλία - τα χάρτινα αυτά έμψυχα όντα - με τον τρόπο που πρότεινε η pink fish. Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία φαντασίας. Κάθε τόσο ένα καινούργιο καταλαμβάνει τη θέση του πιο αγαπημένου. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως αυτή τη θέση δεν έχει καταφέρει να διεκδικήσει άλλο από το ΣΙΛΜΑΡΙΛΛΙΟΝ του πάρα πολύ αγαπημένου μου ΤΖ.Ρ.Ρ. ΤΟΛΚΙΝ, μεταφρασμένο από την Ευγενία Χατζηθανάση - Κόλλια (κανείς δεν έχει μεταφράσει τον Τόλκιν καλύτερα). Μια ολόκληρη κοσμογονία περιγράφεται εδώ.
Αντιγράφω από την αρχή:

Στην αρχή ο Έρου, ο Ένας, ο οποίος στη γλώσσα των Ξωτικών ονομάζεται Ιλούβαταρ, έφτιαξε με το λογισμό του τους Άινουρ, κι αυτοί δημιούργησαν μια μεγάλη Μουσική ενώπιόν του. Μέσα απ' αυτήν τη Μουσική άρχισε ο Κόσμος, γιατί ο Ιλούβαραρ έκανε ορατό το τραγούδι των Άινουρ και το είδαν σαν ένα φως στο σκοτάδι. Και πολλοί απ' αυτούς αγάπησαν την ομορφιά του και την ιστορία του, που την είδαν να αρχίζει και να ξεδιπλώνεται σε όραμα. Και τότε ο Ιλούβαταρ έδωσε στο όραμά τους Υπόσταση και το τοποθέτησε στο Κενό και έστειλε τη Μυστική Φωτιά να καίει στην καρδιά του Κόσμου, που ονομάστηκε Έα.

Διαβάζοντας, βρείτε το ρυθμό του κειμένου κι αναπνεύστε βαθιά να νιώσετε τη δόνησή του. Είναι κρίμα που δεν μπορώ να βάλω την άνω τελεία εκεί που βρίσκεται στο κείμενο. Όμως είμαι σίγουρη ότι κι έτσι θ' ακούσετε τον ήσυχο βηματισμό των λέξεων.
Και από τη σελίδα 123 (όπου σαν τάχα τυχαία έπαιζε το προηγούμενο παιχνίδι):

Έτσι μίλησαν ο Μαέδρος και ο Μάγκλορ, ο Κέλεγκορμ και ο Κουρούφιν, ο Καράνθιρ, ο Άμροντ και ο Άμρας, πρίγκιπες των Νόλντορ, και πολλοί μαζεύτηκαν από φόβο ακούγοντας τα φοβερά λόγια. Γιατί ένας όρκος σαν κι αυτόν, καλός ή κακός, δεν μπορεί να πατηθεί και καταδιώκει ως την άκρη του κόσμου και αυτόν που τον δίνει και αυτόν που τον πατάει. Ο Φινγκόλφιν, λοιπόν, και ο Τούργκον ο γιος του, μίλησαν εναντίον του Φέανορ και ειπώθηκαν άγρια λόγια, έτσι ώστε γι' άλλη μια φορά ο θυμός πλησίασε την κόψη των σπαθιών. Ο Φινάρφιν όμως μίλησε μαλακά, όπως το συνήθιζε, και γύρεψε να ηρεμήσει τους Νόλντορ, πείθοντάς τους να σταματήσουν και να σκεφτούν πριν γίνουν πράγματα που δε θα μπορούσαν να ξεγίνουν, και ο Ορόντρεθ, μόνος από τους γιους του, μίλησε με τον ίδιο τρόπο. Ο Φίνροντ ήταν με τον Τούργκον, το φίλο του, η Γκαλάντριελ όμως, η μόνη γυναίκα από τους Νόλντορ που μπορούσε να σταθεί εκείνη την ημέρα ψηλή και θαρραλέα ανάμεσα στους αντιμαχόμενους πρίγκιπες, ήταν πρόθυμη να φύγει. Δεν έδωσε κανέναν όρκο, τα λόγια όμως του Φέανορ για τη Μέση-γη είχαν ανάψει στην καρδιά της, γιατί ποθούσε να δει τις απέραντες αφύλακτες εκτάσεις κι εκεί να κυβερνήσει ένα βασίλειο σύμφωνα με τη θέλησή της. Ίδια γνώμη με την Γκαλάντριελ είχε ο Φίνγκον, ο γιος του Φινγκόλφιν, που τον συγκίνησαν κι αυτόν τα λόγια του Φέανορ, αν κι ελάχιστα τον αγαπούσε, και με τον Φίνγκον στάθηκαν όπως πάντα ο Άνγκροντ και ο Αέγκονρ, οι γιοι του Φινάρφιν. Αλλά αυτοί κάθισαν ήσυχοι και δε μίλησαν εναντίον των πατεράδων τους.

Προσκαλώ όσους αγαπούν αυτά τα μαγικά βιβλία να παρουσιάσουν το δικό τους πιο αγαπημένο.

Saturday

the course

... ... ...
"But in the meantime what course am I to take?" said Frodo.
"Towards danger; but not too rashly, nor too straight," answered the wizard [Gandalf]. "If you want my advice..."
... ... ...

The Fellowship of the Ring, Book I, Chapter III, by JRR Tolkien

Tuesday

Dover Beach, by Matthew Arnold

Στις Ακτές του Ντόβερ
Ήσυχη η θάλασσα απόψε
Πλήρης η παλίρροια, όμορφο το φεγγάρι
Πάνω από τα στενά. στη γαλλική ακτή ένα φως
Φέγγει και χάνεται, στέκουν οι βράχοι της Αγγλίας
Αχνοφώτιστοι κι απέραντοι, γύρω στον ακύμαντο κόλπο.
Έλα στο παράθυρο, είναι ευχάριστη η νυχτερινή αύρα!
Μα να, από τη μακριά λωρίδα του αφρού
Εκεί που η θάλασσα ανταμώνει τη χλωμόφεγγη γη
Άκου! Διακρίνεις ένα σύρσιμο, ένα βουητό
Το κύμα σέρνει βότσαλα, πετώντας τα πάλι με ορμή
Στην επιστροφή του, ψηλά πάνω στο βράχο,
Ρίχνεται και καταλαγιάζει κι ύστερα ρίχνεται ξανά,
Με τρεμάμενο νωχελικό ρυθμό, μας θυμίζει
Την αιώνια μελωδία της θλίψης.
Πολύ παλιά ο Σοφοκλής
Ακούγοντας του Αιγαίου τη βοή, σκεφτόταν
Τη λασπωμένη άμπωτη και πλημμυρίδα
Της ανθρώπινης αθλιότητας. Και μεις
Ανακαλύπτουμε στον ήχο μια σκέψη,
Αγρικώντας τον από τούτη τη μακρινή βόρεια θάλασσα.
Η Θάλασσα της Πίστης
Ήταν κι αυτή κάποτε πλήρης και τύλιγε τις ακτές της γης
Όπως τυλίγεται μια ζώνη στολισμένη, αστραφτερή
Αλλά τώρα μόνο ακούω
Το μελαγχολικό, συρτό βουητό της εγκατάλειψης
Καθώς αποσύρεται, στην αναπνοή του ανέμου
Που νυχτοκοπά, πέρα τις απερπάτητες παρυφές
Και τ’ απογυμνωμένα τρόχαλα του κόσμου
Ω, αγάπη, είθε να είμαστε αληθινοί
Ο ένας προς τον άλλο! γιατί ο κόσμος που
Κείτεται εμπρός μας σαν ένας ονειρότοπος,
Ποικιλόμορφος, και φρέσκος, και όμορφος,
Στ’ αλήθεια ούτε χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως δεν έχει,
Μα ούτε ασφάλεια, ή ειρήνη, ή για τον πόνο βάλσαμο
Κι είμαστε τώρα εδώ ωσάν σε σκοτεινούς λειμώνες
Μια πέφτουμε στη μάχη και μια γλιστράμε στη φυγή,
Στρατοί που αντιμάχονται μες την αμάθεια και τη νύχτα.


http://www.victorianweb.org/authors/arnold/writings/doverbeach.html

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό λόγου και τέχνης Ίαμβος, τεύχος 13 - 14

http://www.poets.org/poet.php/prmPID/88