Showing posts with label πρόζα. Show all posts
Showing posts with label πρόζα. Show all posts

Friday

κουράστηκε

Λίγα πράγματα ήξερα για τον Michael Jackson, όσα χρόνια ζούσε. Θυμόμουν ένα όμορφο αγόρι και κατά καιρούς το έβλεπα να ασχημίζει τον εαυτό του, καθώς μεγάλωνε. Περισσότερα έμαθα τις τελευταίες μέρες, αφού πέθανε. Έχω χορέψει με τα τραγούδια του νύχτες. Έχω χορέψει μαζί μ’ ένα αγόρι που έμαθε να χορεύει με τη βία. Με τη βία που ασκούσε πάνω του ο άνθρωπος που ήθελε τόσο πολύ να μπορεί ν’ αγαπάει. Είμαι σίγουρη ότι το κορμί του θυμόταν τον πόνο και το μυαλό του θυμόταν το φόβο, όλ’ αυτά τα χρόνια, κάθε φορά, στις πρόβες, στη σκηνή. Φαίνεται, κουράστηκε να φοβάται.

δώρο

μ’ έφτασε η φωνή σου – όχι τα λόγια, λόγια δεν άκουσα, όχι – η φωνή σου: τα χρώματα, οι δονήσεις, οι κυματισμοί της γλίστρησαν τα μαλλιά μου, κύλησαν τη ράχη μου, άνοιξαν χώρο πλάι μου να χωρέσει η καρέκλα να καθίσεις κοντά μου - το κορμί σου ανάδυε το πικρό άρωμα της επιθυμίας που δε θέλει να χορτάσει - η ζεστή σου φωνή διέστειλε τον κύκλο γύρω απ’ το τραπέζι, διέστειλε το βράδυ, τη νύχτα, τις μικρές ώρες, σαν για ν’ αργήσει το πρωί, να προλάβει το χάδι, να ξαφνιάσει το ρίγος –και πώς να δεχτώ τον έρωτα που φέρνεις δώρο

Thursday

το ταξίδι

ως που η σκέψη βάρυνε στο νου του ποιητή και πήρε να γλιστράει, αργά, να φτάσει να γείρει να ησυχάσει στην καρδιά του, μα αίφνης, σ’ εκείνη την απότομη καμπή, βούτηξε και σηκώθηκαν ψηλά, άγρια τα νερά κι είχε μόλις αναχωρήσει για τη μεγάλη πτήση στη θάλασσα μέσα του

Friday

με γυμνό οφθαλμό

Ο κυνηγός μεσουρανεί την ώρα που επιστρέφεις. Βλέπω τη ζώνη του με γυμνό οφθαλμό. Να ‘ρθεις και να πετάξεις τη ζώνη σου στο πάτωμα περιμένω. Ο γείτονας Σείριος κοιτάζει και βλέπει: πώς μας τυλίγει ο έρωτας, πάλι απόψε. Η άνοιξη ακόμα ψυχραίνει. Αύριο, επίσημα, ίση η μέρα με τη νύχτα. Εδώ, στο ένα σώμα, αντιστοιχεί το άγγιγμα στο τρεμούλιασμα. Σε σκεφτόμουν όλη μέρα και τρεμούλιαζα μέσα μου. Αναρωτιόμουν: με προδίδει το σώμα μου; Κοιτάζω τα πόδια σου - τόσο νωχελικά! - όπως μόνο εσύ ξέρεις να τα κινείς. Θα διαλυθώ, νομίζω. Ικετεύω τον αέρα ανάμεσά μας να στραφείς σε μένα.

Monday

ουρανός στα νερά

Καθρεφτίζεται ρόδινος ο ουρανός στα νερά. Το αυτοκίνητο τρέχει το δρόμο πλάι στη θάλασσα. Αυτή την ώρα, μόλις πριν οι εσπερινοί ξεδιπλώσουν τις σκιές τους ν’ αγκαλιάσουν γύρω τον ορίζοντα. Μυρίζει ιώδιο απ’ το ανοιχτό παράθυρο ο αέρας. Ο αέρας ανακατεύει τα μαλλιά σου. Παίρνει μαζί του το τραγούδι: How deep is the ocean, darling? How high is the sky?

how deep is the ocean, Billie Holiday

Sunday

τα δυσδιάκριτα

"butterfly on board" phot@rt by Aeglie

Υποταγμένη γυναίκα σημαίνει υποταγμένη ανθρωπότητα. Και αυτό συμβαίνει ως εξής: Τα παιδιά – είτε αγόρια είτε κορίτσια – μιας μητέρας που δεν τα καταφέρνει να ζει σε περιβάλλον σεβασμού απέναντι στην ανθρώπινη ιδιότητά της ή να υπερασπιστεί τον εαυτό της, όταν αυτό παραβιάζεται, είναι οι αυριανοί υποταγμένοι πολίτες του κόσμου. Δεν υπάρχει πιο αποτελεσματική συνταγή για να είναι όλοι υπό έλεγχο. Υποστηρίζεται δε, από πολλές ιδεολογίες. Και από πολλούς ‘προοδευτικούς’ ανθρώπους και οδηγητές κάθε χώρου και είδους. Ανάμεσά τους, γυναίκες. Γι’ αυτό είναι τόσο δύσκολο να το αλλάξουμε. Πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση και για τα προφανή αλλά και για τα δυσδιάκριτα που θέτουν σε δοκιμασία και αμφισβήτηση την ανθρώπινη ιδιότητα της γυναίκας. Κυκλοφορούν αδιάλειπτα γύρω μας, με τη μορφή εικόνων είτε κειμένων. Περνούν μέσα στο νου μας και χαράσουν την εγγραφή τους στα κύτταρά μας. Τα αναπαράγουμε με λόγο και έργο και συχνά το υπερασπιζόμαστε αυτό, με επιχείρημα ότι καταδεικνύουν το κακό που συμβαίνει. Αλλά αυτά έχουν χρησιμοποιήσει την πλάνη μας για να ισχυροποιηθούν.
Η ανθρωπότητα συστηματικά και συστημικά εναντιώνεται και μάχεται τη γυναίκα και τη φύση της ομορφιάς, της ελευθερίας, της ζωής. Έτσι ώστε χωρίς αντίσταση και μάλιστα με ευκολία να γλιστράει ο άνθρωπος - με τη βούλησή του - στην παράδοση της βούλησής του. Ωστόσο πάντα υπάρχει μια χαραμάδα από την οποία μπορεί να μπει φως και να ενισχυθεί και να λούσει το χώρο και το χρόνο και την ιστορία που πλάθουμε: ο θαυμασμός!

Saturday

λευκές τουλίπες

Η μαγεία της Παρασκευής: επιστρέφεις τόσο κουρασμένη! Δε μου δίνεις σημασία. Δε θέλεις ούτε να μιλήσεις. ‘Θα κοιμηθώ όλο το σαββατοκύριακο’ λες. Ψέματα. Σε λίγες ώρες ξυπνάς έτοιμη για περιπέτεια. Αλλά είναι η ευκαιρία μου να σε φροντίσω. Να παραγγείλω φαγητό. Να στρώσω τραπέζι. Πάντα γελάς όταν βλέπεις να έχω φέρει λουλούδια.
Σε περιμένω. Βγαίνεις απ’ το μπάνιο, ανάβεις τα κεριά. Κλείνω τα φώτα, ανοίγω το κρασί. Γεμίζω δυο ποτήρια. Ησυχία. Μόνο ο αέρας απ’ έξω. Ξέρω πόσο απολαμβάνεις αυτές τις σιωπές του σπιτιού. ‘Ακούω την ανάσα του’ είχες πει. Και άλλοτε, ‘μας αγαπάει αυτό το σπίτι.’
Κινείσαι γύρω νωχελικά με το ποτήρι το κρασί στο χέρι. Βγαίνεις για λίγο στο μπαλκόνι. Οι μαργαρίτες έχουν ανθίσει. Ο δυόσμος βλάστησε πάλι στη γλάστρα που είχε μαράνει η παγωνιά.
Γυρίζεις σε μένα. Τυλίγεις το χέρι σου γύρω απ’ το λαιμό μου. Ξέρεις τη συνέχεια: θα βάλω τη μουσική χαμηλά και σταδιακά θα τη δυναμώνεις, θα στροβιλιστούμε για λίγο, πίνοντας και τσιμπολογώντας, πριν καθίσουμε στο τραπέζι.
Οι Παρασκευές στο σπίτι είναι προβλέψιμες. Η έκπληξη είναι ότι κάθε φορά είναι σαν καινούργιες. Σαν την ίδια παράσταση στο θέατρο κάθε βράδυ. Κάτι, που δεν ανιχνεύω ακόμα, αναδίδει φρεσκάδα.
Και τώρα ξέρω: μόλις με πάρει ο ύπνος, θα σηκωθείς απ’ το κρεβάτι και θα εγκατασταθείς, ως τις μικρές ώρες, στο γραφείο.

Thursday

η τιμωρία είναι έγκλημα

Πάνω από δυο χιλιάδες χρόνια από τότε, ίσως είναι ώρα πια. Δεν είναι αργά, ελπίζω – νωρίς δεν είναι σίγουρα – ν’ αναρωτηθούμε εξαρχής για το παράδειγμα του Σωκράτη που έθρεψε τον πολιτισμό μας. Να σκεφτούμε ξανά πόσο είναι συνετή – για μας τους σημερινούς ανθρώπους, ας μην κρίνουμε τους προγόνους – η αποδοχή της νομιμοποιημένης ποινής. Να συλλογιστούμε γύρω από το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί η τιμωρία.
Τέτοιες και άλλες συναφείς σκέψεις με κατατρέχουν από το Σάββατο, οπότε παραβρέθηκα στην Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας.
Ένα δυνατό έργο, δυναμωμένο ακόμα πιο πολύ από την απουσία σκηνικών. Ο χώρος, στον οποίο κάθε σκηνή διαδραματίζεται, περιγράφεται από τους ηθοποιούς – όχι μόνο λεκτικά: κάποιος σκορπίζει μαραμένα φύλλα και μας μεταφέρει στο φθινοπωρινό δάσος, όπου οι ήρωες θ’ αναπαραστήσουν τον ανοιξιάτικο έρωτα της νιότης τους.
Σε πρώτη ανάγνωση το έργο εμφανίζεται να υποστηρίζει αυτό που εμφανίζεται να είναι το φαινόμενο των καιρών μας: το χρήμα εξαγοράζει τα πάντα. Αλλά αυτό φαίνεται να υποστηρίζεται από κάθε καιρό. Ένας ψεύτης, ανυπόστατος ισχυρισμός, που θρέφεται με την αποδοχή μας και δοκιμάζει κάθε τόσο να ντυθεί το χιτώνα της υπόστασης – εκείνος διαρκώς γλιστράει, διαφεύγει, δεν έχει που ν’ ακουμπήσει. Μια επίπλαστη πλάνη, που μας παραπλανά από την περιπλάνησή μας στον πλάνητα κόσμο, ο οποίος, ξεκινώντας από τα σπλάχνα μας, διαρρηγνύει τα πέπλα που ρίχνουμε πάνω μας και εμφανίζεται σαν τάχα να μας περιβάλει.
‘‘Ο ανθρωπισμός θα καθίσει στην άκρη’’ αποφαίνεται απελπισμένος ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος, που είναι ο μόνος, που προσπαθεί ως το τέλος – χωρίς στο τέλος να το καταφέρνει – ν’ αρθρώσει τη διαφορετική άποψη: η τιμωρία είναι έγκλημα.
Είναι εκείνος που μόνος προσπαθεί να δείξει στον τιμωρό τον άλλο δρόμο: να παύσει τη διαδικασία της εκδίκησης, ν’ ανατρέψει την πρόθεσή του, να συγχωρήσει τους άλλους και κυρίως τον εαυτό του που δεν κατάφερε κάποτε να τον υποστηρίξει, να γκρεμίσει το φράγμα, ν’ ανοίξει τη διαδρομή, να σπρώξει τη ζωή να κυλήσει ευλογημένη σε ευημερία.
Είναι μόνος εκείνος που προσπαθεί να υποδείξει στον παραβάτη την άλλη εκδοχή: να υπερασπιστεί τον εαυτό του, παρά τις ενοχές για το έγκλημα του, το έγκλημα που με τόση ευκολία του επιτράπηκε κάποτε – ενθαρρύνθηκε, μάλιστα – να διαπράξει, ν’ αντιταχθεί στην τιμωρία, ν’ αρνηθεί τη θυσία, ν’ απαλλάξει τη ζωή από την καταραμένη ευεργεσία.

Monday

φυσά εκεί πάνω

Περασμένο μεσημέρι. Η αρχαία πέτρα είχε ζεσταθεί. Φορώ λευκά βαμβακερά αθλητικά, σκούρα γυαλιά, μια στρώση κρέμα αντηλιακή στο πρόσωπο. Απλώνομαι πάνω της, ατενίζω ουρανό. Διάφανα γαλανός. Σκηνή όπου τα σύννεφα έχουν στήσει τον απογευματινό χορό τους. Λευκά, ρόδινα, αφράτα σμίγουν αργά, νωχελικά, στροβιλίζονται κι αποχωρίζονται. Και πάλι μαζί και τώρα στροφή και στον κύκλο ξανά και βήμα μπροστά. ‘Άλλος αέρας φυσά εκεί πάνω’ σκέφτομαι. ‘Δηλαδή, φυσά εκεί πάνω’ σκέφτομαι. Εδώ, που βρίσκομαι, η ακινησία είναι τέλεια. Μόνο την ανάσα μου νιώθω: πώς σηκώνει κι αφήνει πάλι την κοιλιά μου να πέσει. Το γαλάζιο, λες, με περικλείει και τίποτα δε με φτάνει από γύρω. Ή, μ’ έχει ανεβάσει κάπου ψηλότερα απ’ όπου ξάπλωσα το κορμί μου – γιατί ούτε τη σκληρή πέτρα νιώθω στη ράχη μου – κάπου χαμηλότερα απ’ όπου φτάνουν τα μάτια μου. Αυτό ήταν. Τελείωσε. Για λιγότερο από μια στιγμή. Αφού, μόλις ανακαλέσω, είμαι πάλι με τη ράχη στη γη. Και είναι όλα εδώ. Επιμένω να κοιτάζω τον μπλε ουρανό, αλλά ακούω τα πουλιά τώρα. Αισθάνομαι στα μάγουλά μου την αύρα που κατεβαίνει από το λόφο. Ανεπαίσθητη, έρχεται η μυρωδιά του πεύκου μαζί της. Ήσυχα, φτάνεις κι εσύ. Το αριστερό σου χέρι στη γάμπα μου, στο δεξί ένα ποτήρι κρασί.

Friday

μπάτης

σηκώνεται ένας μπάτης απ’ τ’ ανατολικά νερά, στέλνει την αύρα του κι αναστατώνει τον αέρα ως ψηλά στους δυτικούς λόφους - μόλις που ο ήλιος έχει γείρει πίσω από την κορυφογραμμή, ενώ για ώρα αρκετή ακόμη καθρεφτίζεται στη λευκή πόλη που απλώνεται μπρος στα μάτια, μπρος στα πόδια μας - δροσίζει το καυτό απόγευμα, δειλά όλα νωχελικά κινούνται, παράθυρα ανοίγουν, βγαίνει κόσμος στις αυλές, τα μπαλκόνια, μ’ έναν καφέ, ένα χυμό, ένα δροσιστικό κάτι καθένας στο χέρι του, ξεδιπλώνει ένα πάνινο κάθισμα, με μια φέτα καρπούζι τα παιδιά, ο χυμός του διατρέχει το λαιμό, λερώνει το ρούχο, τρέχουν τους δρόμους,

Wednesday

ξύπνημα

ξυπνά αργά, νωχελικά η άνοιξη, ανακλαδίζεται κι αναδεύει απαλά τον αέρα - ζεστό απ’ την ανάσα της, αρωματισμένο απ’ το κορμί της - εξαπλώνει αλμυρά, κυκλικά τα κύματα γύρω της - σαν μας φτάσουν θα τρέξει ένα ρίγος - τυλίγει τροχιές τα χρώματα του πρωινού ή του μεσημεριού - εκείνη την τρυφερή ώρα που ξυπνάς: αργά το πρωί, νωρίς το μεσημέρι, όταν όλοι έχουν φύγει και μόνη στο σπίτι κρατάς την ανάσα σου ν’ ακούσεις τη δροσερή του ησυχία - του απογεύματος, που μακραίνει λίγο ακόμα κάθε μέρα, ξετυλίγει τις διάφανες σκιές, ξεδιπλώνει σε ανθό το μπουμπούκι, εκτοξεύει τον πόθο,

Saturday

σαν λιωμένο βούτυρο

Όταν πρόκειται να παρακολουθήσω μια παράσταση, να περιδιαβώ μια έκθεση, να διαβάσω ένα βιβλίο φροντίζω να ξέρω από πριν όσο γίνεται λιγότερα – τα απολύτως απαραίτητα. Θέλω να μπω εκεί μέσα άδεια. Εκεί να γεμίσω. Δε θέλω να μπω υποψιασμένη. Θέλω να φύγω υποψιασμένη. Κάπως έτσι βρέθηκα στο θέατρο ‘χώρα’ προχτές να παρακολουθήσω την παράσταση του Σίμου Κακάλα “Λιωμένο Βούτυρο” – αν και είχαν μεταδοθεί και γραφτεί τόσα πολλά, που δεν είχα μπορέσει ν’ αποφύγω μερικά.
Στην αρχή παραξενευτήκαμε. Ύστερα γελάσαμε. Πάνω που πηγαίναμε να σοβαρευτούμε, γελούσαμε πάλι. Μας δόθηκε όλη η ιστορία γύρω από το γεγονός. Και, όχι πως διακωμωδήθηκε, αλλά να, αλάφρυνε από το βάρος του γεγονότος ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το γεγονός – όποιο γεγονός: φέρνοντάς το στα μέτρα μας.
Στη μεγαλύτερη διάρκειά της, η παράσταση αφιερώθηκε σ’ αυτό: πώς βάζουμε το γεγονός στη δική μας ζωή, το κάνουμε να μας αφορά, το βλέπουμε από τη δική μας οπτική γωνίά. Ευχάριστη έκπληξη αυτό το τέχνασμα. Όχι ευχάριστη με την έννοια της χαρούμενης. Χρήσιμη: είναι πιο σωστή λέξη. Όχι χρηστική. Χρήσιμη, για τις εσωτερικές διαδικασίες. Χρήσιμη, για τη διαδικασία της σκέψης.
Και αφού όλες οι έξωθεν περιγραφές και αναφορές και όλες οι αναλύσεις και όλα όσα κουβαλούσαμε μαζί μας για να εκτονώσουμε, να συνδυάσουμε, να χρησιμοποιήσουμε για να ταυτιστούμε ‘σαν λιωμένο βούτυρο’ κύλησαν από μέσα μας, τα φώτα που ήταν όλα σκηνή και πλατεία αναμμένα, έσβησαν, όλα έσβησαν κι έπεσε πηχτό σκοτάδι, άρχισε η μουσική και δειλά λίγες αχτίδες από ένα φακό και το γεγονός ήρθε και αναπαραστήθηκε μπροστά στα μάτια μας που συνήθιζαν το σκοτάδι που μάθαιναν ν’ ακολουθούν τις σκιές και τα είδαμε και τ’ ακούσαμε όλα, όλα όσα μας είχε ήδη περιγράψει ο περίγυρος των πρωταγωνιστών, όλα όσα ξέραμε ήδη, φύγαν από τη σκηνική τους διάσταση κι ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν μέσα μας, σ’ αυτό το χώρο που είχαμε αδειάσει μέσα μας και εισπράξαμε το πάθος και το έγκλημα ως γεγονός αυτό καθαυτό, ολόκληρο, ανόθευτο από τις προσωπικές μας εκδοχές.
Ο άνθρωπος δε χωράει. Δε χωράει μες στην ατέλεια. Γι’ αυτό κι έχει ανάγκη να ερμηνεύσει την ατέλεια που τον κυβερνάει. Επειδή η προοπτική του είναι να την κυβερνήσει εκείνος. Ως τότε πάντα ρωτάει αναπάντητα ερωτήματα: μα πώς έγινε; Κανείς δεν ξέρει πώς γίνεται. Ούτε οι πρωταγωνιστές. Είτε της παράστασης που ανεβάζει ο θίασος στο θέατρο είτε της παράστασης που κατεβάζει τη Ζωή στον Άδη. Αφού την κρίσιμη ώρα το πλοίο είναι ακυβέρνητο. Τη θάλασσα της ψυχής ταράζει η μεγάλη, η ανομολόγητη, η αρχέγονη τρικυμία. Η τρικυμία που έρχεται από τους απέραντους βυθούς του ανθρώπου. Τους βυθούς που προσπαθεί ν’ ανιχνεύσει με το φως που εκπέμπουν τα μάτια του.

σαν λουλούδι στην άνοιξη

Λέγεται ότι: «Ο Μπαχ μόλις είχε γυρίσει από ένα ταξίδι. Η γυναίκα και δύο από τα παιδιά του είχαν πεθάνει κατά την απουσία του. Στο ημερολόγιό του έγραψε: καλέ μου Θεέ, μόνο να μη χάσω τη χαρά μου.» Αυτό σκεφτόμουν το πρωί, ανάμεσα στ’ άλλα, τις δυο ολόκληρες ώρες που στριφογύριζα στο κρεβάτι μου. Ούτε να σηκωθώ είχα διάθεση ούτε να κοιμηθώ μπορούσα. Είχα ξαπλώσει αφού είχα ακούσει τα πουλιά να φέρνουν πάλι την ημέρα. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου πολλές πολλές ώρες ύπνου. Με την κούραση όλης της εβδομάδας και μετά το ξενύχτι. Αλλά στη γειτονιά μου υψώνεται άλλη μια καινούργια οικοδομή. Και για τους οικοδόμους το Σάββατο είναι εργάσιμη.
1. Την πρωινή χαρά δεν μπορεί να μου χαλάσει τίποτα. Ούτε τα σφυροκοπήματα. Ούτε η κούραση που ακόμα με κατέχει. Ξυπνώ, λες, ερωτευμένη, κάθε πρωί. Δεν ήταν πάντα έτσι. Τα τελευταία χρόνια, όμως, δεν ξέρω πώς, η καρδιά μου έχει ανοίξει στη ζωή σαν λουλούδι στην άνοιξη.
2. Μου αρέσει να μένω μες στα σκεπάσματα και να παρακολουθώ τις σκέψεις να διατρέχουν το μυαλό μου. Κάποτε, κάποια επιμένει. Θέλει την προσοχή μου. Συνήθως έχει να μου επισημάνει ότι κάτι μέσα μου δεν αναπνέει σωστά. Του δίνω χώρο.
3. Αγαπώ πολύ τους ανθρώπους. Μερικές φορές, ξαφνιάζομαι κι η ίδια απ’ αυτό. Μερικοί νομίζουν ότι γίνονται εχθροί μου, επειδή διαφωνούν μαζί μου ή δίνουν μια μάχη στην οποία παίζω τον αντίπαλο ρόλο. Είναι στιγμές που εκείνους αγαπώ περισσότερο.
4. Ανοίγω το ραδιόφωνο, πλάι στο κρεβάτι μου, πάντα στη συχνότητα του Τρίτου Προγράμματος. Το χαμηλώνω. Ήταν δυνατά για ό,τι θέλω τώρα από τη μουσική. Πάντα η κλασική μουσική πρώτη θέση στην καρδιά μου. Η άρπα. Λατρεύω την άρπα.
5. Αποφασίζω να σηκωθώ, επιτέλους. Έχω ήδη σηκωθεί μια στιγμή κι έχω ανάψει θερμοσίφωνα. Μπάνιο, πρωινό, blogging. Είναι πάνω από χρόνο που συμμετέχω στο ηλεκτρονικό μέρος της ζωής. Το βρίσκω συναρπαστικό. Τόσοι άνθρωποι ξαφνικά μου είναι γνώριμοι.
6. Η μέρα είναι πολύ τρυφερή, ελαφρά συννεφιασμένη. Δε θα μείνω σπίτι. Ντύνομαι τα μαλακά και άνετα βαμβακερά και ποδένομαι τα running. Κατηφορίζω όλο το δρόμο ως το κέντρο της πόλης. Τη λατρεύω αυτή την πόλη. Έχει χίλιες πληγές. Και χίλια δύο θαύματα.
7. Γυρίζω σπίτι, όταν η γειτονιά έχει πια ησυχάσει. Ρίχνω επάνω μου σαπούνι και χλιαρό νερό, να χαλαρώσουν τα μέλη μου απ’ την ανηφοριά. Μπαίνω μες στην κουβέρτα για τον μεσημεριάτικο ύπνο μου. “Ελληνική συνήθεια” μου είχε πει κάποιος αγαπημένος, μάλλον με αποδοκιμασία. Επέστρεψε στην πατρίδα του μ’ αυτή την ελληνική, απολαυστική, ξεκουραστική συνήθεια πολυτελείας.
8. Δεν έχω καλύτερο τρόπο να βρω τις επτά (7) μεγάλες αλήθειες μου, όπως με προσκαλεί να κάνω η καλή μου e-φίλη roadartist, παρά περιγράφοντας μικρά, καθημερινά πράγματα.

Ας πάρει όποιος θέλει τη σκυτάλη κι ας παίξει με τον εαυτό του, εκθέτοντας ό,τι νιώθει ότι είναι θεμελιωμένο μέσα του.

Thursday

θυμάμαι

Ένας χρόνος σήμερα από την πρώτη μου ανάρτηση. Έχω περάσει πολύ όμορφα εδώ. Σ’ αυτό το περιβόλι, το κρεμασμένο στο πουθενά, στο παντού. Σ’ αυτόν το χώρο έξω από το χώρο. Που ατελείωτα ανοίγει γι’ αλλού.
Μια μέρα, ανοίγοντας στον κόσμο της καλής μου φίλης roadartist, βγήκα στον κόσμο του free spirit, όταν είχε ήδη αφήσει αυτόν τον κόσμο. Παρατηρώ τώρα ότι στα σχόλιά του δεν εμφανίζεται ημερομηνία. Αλλά ξέρω ότι το τελευταίο – αυτό το “γαμώτο!” του 0comments – ήταν χτες, τέτοια ώρα περίπου, καθώς έρχονται ένα ένα στο e-mail box μου.
Εμείς συνεχίζουμε αιχμάλωτοι του χρόνου και του δρόμου, αλλά η ζωή δεν τελειώνει ποτέ ούτε στέκεται πουθενά.

Monday

το δώρο της λήθης λησμόνησα

… Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία … (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

‘‘Άφησε εμένα να βοηθήσω το ζώο’’, είπες απλώνοντας τα χέρια σου - τα όμορφα χέρια σου - κι ακόμα δεν είχες σηκώσει τα μάτια σου στα δικά μου.
Ένας από τους μαθητευόμενους κυνηγούς του πατέρα μου και του αδελφού μου είχε πληγωθεί. Με φώναξαν από την πλαγιά και πήγα να τον φέρω πίσω. Σχεδόν πριν την αυγή. Πώς βρέθηκες εκείνη την ώρα στο βουνό; Εσύ δεν κυνηγούσες. Εσύ μόνο βοηθούσες. Και προστάτευες. Όλα τα πλάσματα. Όλα τα πράγματα. Και ήξερες πώς να νοιάζεσαι. Ήξερες πώς να φροντίζεις. Έπαιρνες τις πληγές στα χέρια σου κι εκείνες γιατρεύονταν. Πώς βρέθηκες εκείνη την ώρα στο βουνό; Εσύ δε δούλευες. Ο μικρότερος της Αρχόντισσας. Ο λατρευτός της. Ο που είχε το απυρόβλητό της.
Ήσουν όμορφος. Και ήσουν καλός. Τους αγαπούσες όλους. Πώς μπορούσες; Όλοι σε μισούσαν. Απελπισμένα σε λάτρευαν. Ήσουν ο τέλειος. Ο τέλεια προστατευμένος.
Χαμογελούσες, ήλιοι τα μάτια σου. Σε αγαπούσα. Σκοτείνιαζες, βυθοί τα μάτια σου. Σε αγαπούσα. Κι αργότερα, όταν σου μιλούσα για την αγάπη μου, τα μάτια σου διάπλατα σαν ξάστερη μέρα.
Δε μίλησα. Η καρδιά μου αγαλλίασε. Άφησα το μικρό μου σκύλο στα χέρια σου. Λίγο πιο πέρα, κάτω από μια γέρικη ελιά πλάι στο μικρό ρυάκι, που οδηγούσε λιωμένο το χιόνι στο μεγάλο ποταμό για να βρει ύστερα τη θάλασσα, γονάτισες και τον απίθωσες πλάι σου. Έβγαλες από το δισάκι σου ό,τι χρειαζόταν. Εσύ πάντα είχες ό,τι χρειαζόταν. Ένα φύλλο από το γιατρικό. Μόλις θα το ‘χες κόψει - απ’ το δρόμο που ήρθες έχει γιατρικά ολόκληρη η ρεματιά, λες κι είναι σπαρμένα - τόσο που μοσχοβολούσε. Ένα μαντήλι για το δέσιμο.
Στάθηκα όρθια πλάι σας κι ένιωθα την εμπιστοσύνη του μικρού μου ζώου στα χέρια σου. Ένιωθα την εμπιστοσύνη στα χέρια σου. Ξημέρωνε. Από μακριά. Πίσω απ’ τα βουνά. Τα βουνά που μας προστάτευαν από τον έξω κόσμο. Τα βουνά που μας έκλειναν στο δικό μας κόσμο. Με κοίταξες. Πρώτη φορά με κοίταξες στα μάτια. Πρώτη φορά σήκωσες τα μάτια σου στα δικά μου. Ο ουρανός είχε το χρώμα των ματιών σου αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Ο μικρός μας τετράποδος δοκίμαζε το δρόμο του. Τα κατάφερνε να φυλάει το πληγωμένο του πόδι κάπως.
‘‘Καλημέρα, καλό δρόμο,’’ είπες.
‘‘Καλημέρα, σ’ ευχαριστώ.’’
Το μπλε τ’ ουρανού γινόταν αχνότερο τώρα μπρος στο μπλε των ματιών σου, καθώς ο ήλιος ανηφόριζε την ανατολή, ακόμα κρυμμένος πίσω απ’ τα οχυρωτικά βουνά μας.
Μόλις που έφτανα στο σπίτι και φάνηκαν απ’ τη δυτική ράχη ο πατέρας μου κι ο αδελφός να επιστρέφουν με το κυνήγι της ημέρας - κι ο ήλιος έβγαζε το ξανθό του κεφάλι απ’ την ανατολική πλαγιά. Ετοίμασα το γεύμα τους. Θα έφευγαν πάλι, για τ’ όργωμα τώρα.
Την άλλη μέρα ο μικρός μας κυνηγός φάνηκε να ξέχασε το τραύμα του και βγήκε να ξεκινήσει για το καθημερινό του ανηφόρι. Άκουσα τον αδελφό μου να του φωνάζει να μείνει πίσω στο σπίτι. Βγήκα στο κατώφλι:
‘‘Άφησέ τον ν’ ακολουθήσει. Θα βγω παραπάνω να τον φέρω που θα ‘χει μείνει πίσω.’’
Έβαλα το νερό στη φωτιά και βγήκα σε λίγο ν’ ακολουθώ από μακριά την κυνηγετική μου οικογένεια. Ο πιστός μας κυνηγός με περίμενε εκεί που σε είχαμε συναντήσει χθες και, καθώς έφτανα, μπήκε μες στα λιόδεντρα ως εκεί που μας περίμενες εσύ. Του άλλαξες το φύλλο το γιατρικό στην πληγή. Ύστερα κρύφτηκε. Ή δεν τον είδα άλλο πια. Ως που άκουσα το σιγανό του γαύγισμα και ήξερα ότι έπρεπε να επιστρέψω. Τον ακολούθησα. Έτσι γινόταν κάθε μέρα. Ως που ο χειμώνας ήρθε σκληρός και οριστικός.
Πέντε φεγγάρια από την αυγή που χαράξαμε το σημείο της αγάπης μας στον κορμό της αρχαίας ελιάς, εσύ άγνωστος κι ο μεγαλύτερός αδελφός σου επισκέφθηκαν το σπιτικό μου. Δεν άκουσα τον ήχο της φωνής σου εκείνο το βράδυ. Δεν αντίκρισα τα μάτια σου. Η χειραψία σου έφερε στον πατέρα και τον αδελφό μου ανατριχίλα. Ο αδελφός σου μιλούσε μόνο. Ζήτησε αυτό που ήξερες ότι δεν έπρεπε να ζητηθεί. Κι όταν έκανε να υποχωρήσει, σηκώθηκες. Καληνύχτα, αγαπημένε μου.
Το πρωί, καθώς ξυπνούσε το χωριό μας, είχα υψωθεί και τα έβλεπα όλα. Μακριά στο χώρο. Μακριά στο χρόνο. Άλλη μια φορά αγαπηθήκαμε μάταια. Καλημέρα, αγαπημένε μου.
Ο πιστός μας φύλακας με είχε ακολουθήσει ως την άκρη κι ύστερα, όσο εγώ ήμουν κοντά σου, βρήκε το μονοπάτι να κατέβει εκεί που είχα αφήσει το κορμί μου. Περίμενε μαζί μου μες στο χιονιά ως ν’ ακούσει τη σιωπή του ερχομού της αυγής. Τότε, σε οδήγησε σε μένα.
Έπαιξες τα μάτια σου μόλις έφτασα. Με είδες. Με σκεφτόσουν. ‘Θα τα καταφέρεις,’ έλεγες, ‘χωρίς εμένα.’ Ήταν εκείνος ο σιωπηλός νέος που με κοίταζε και ταραζόταν. Όχι άλαλος, όχι. Μα μιλούσε τόσο σπάνια. Και δε χαμογελούσε ποτέ. Όχι πως είχε δύστροπη καρδιά, κάθε άλλο. Μόνο που ήταν απέραντη η θλίψη του. Ήξερε όμως πώς να προστατεύει τους αδικημένους από το δίκιο του κόσμου και το σπίτι του ήταν μικρό κι ειρηνικό. Με τη γιαγιά του ζούσε πολλά χρόνια τώρα - οι γονείς του είχαν χαθεί. Και δεν ήταν φτωχός, είχε το μέρος του στη γη κι ήταν δουλευτής και πρόθυμος. Δεν θα μου έλλειπε ό,τι χρειαζόταν. Έτσι έλεγες στον εαυτό σου.
‘Ναι, ζήτησα αυτό που είχε δοθεί στη μητέρα σου από το δικό της πατέρα, αυτό που στο κρεβάτι του θανάτου της λίγο μετά τη γέννα είχε ορκίσει τον πατέρα σου να το κληροδοτήσει στο γιο τους. Ναι, ζήτησα αυτό που δεν θα μου επέτρεπε να πάρω εσένα. Έτσι έπρεπε. Έτσι. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Να φεύγαμε, έλεγα. Μα θα ‘βγαιναν στρατός από το σπίτι της Αρχόντισσας δούλοι κι αφεντικά και θα μας έφερναν πίσω. Να σκοτωθούμε, έλεγα. Μα δεν είμαι τόσο τολμηρός. Ούτε τόσο αμαρτωλός είμαι.’
‘Αμαρτωλός;’
‘Δε θέλω να ξέρεις. Δε θέλω να ξέρεις.’ Και μου έκρυψες πια τις σκέψεις σου.
Τότε υψώθηκα πάλι μακριά σου να δω τις περασμένες μέρες. Τη μέρα που δεν έφτασα στην αρχαία ελιά, το ίδιο βράδυ, στο τραπέζι, είπες σε όλους ότι ήταν η ώρα για το γάμο σου. Και ποια ήθελες να πάρεις; Εμένα. Τους άντρες διαπέρασε ένα ρίγος ηδονής. Τις γυναίκες ένα ρίγος οδύνης. Κοίταξες τα μάτια της μάνας σου κι εκείνη τα χαμήλωσε. Πρώτη φορά. Ύστερα τα σήκωσε πάλι γρήγορα ίσια στα δικά σου και είπε με τη σίγουρη φωνή της: ‘‘Ναι, θα μιλήσουμε πάλι γι’ αυτό αύριο.’’
Αύριο, η μητέρα σου πρωί - πρωί ήταν έτοιμη για ταξίδι: ‘‘Θα πάω στο μοναστήρι. Σα θα ‘μαι πίσω, θα κάνουμε ότι χρειάζεται για το γάμο σου. Στο μεταξύ δε θέλω να το συζητήσεις με κανέναν.’’
‘Σύμφωνοι, μάνα,’ άκουσε τη σκέψη σου. Άπειρα χρόνια είχαν περάσει, σου φάνηκε, από τότε που της μιλούσες με τη σκέψη σου.
Όλοι έλεγαν ότι αργούσες να μιλήσεις. Μ’ αφού δε χρειαζόταν. Έβλεπες, άκουγες, έτρεχες, γελούσες. Κι αν ήθελες κάτι έπιανες το φουστάνι της μάνας σου. Εκείνη κοίταζε μες στα μάτια σου και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει να για σένα.
Σε μένα μίλησες πρώτη φορά, στην αυλή της εκκλησίας. Το ήξερα, επειδή το διηγούνταν. Κι από τότε είχα μάθει ότι δεν επιτρεπόταν να πλησιάζω την οικογένεια της Αρχόντισσας. Κανείς δεν ήξερε τι μου είχες πει ή αν εγώ είχα προλάβει ν’ αρθρώσω συλλαβή πριν με τραβήξει βιαστικά η μάνα μου μακριά σου. Το έβλεπα τώρα: ‘σ’ αγαπώ,’ είχες πει. Ύστερα πήγες θλιμμένος και τράβηξες το φουστάνι της μάνας σου - για πρώτη φορά θλιμμένος. Εκείνη κράτησε το χέρι σου σφιχτά κι όταν φτάσατε στο αρχοντικό με την άμαξα σε πήρε στη δροσερή σκιά της κάμαράς της και σου είπε: ‘μίλησέ μου τώρα γιε μου με όλες τις λέξεις που ξέρεις.’ Μίλησες πολύ ώρα ως που έφυγε όλη η θλίψη. Ύστερα χώθηκες στο στήθος της, θήλασες κι αποκοιμήθηκες.
Κάθε φορά που η μάνα έλλειπε στο μοναστήρι, όλα στο σπίτι γίνονταν όπως όταν ήταν εκεί. Εκείνο το βράδυ, όμως, ο μεγαλύτερος αδελφός διέταξε τις γυναίκες να φάνε στην κουζίνα γιατί οι άντρες είχαν να συζητήσουν στην τραπεζαρία. Εκείνο το βράδυ έμαθες το μυστικό νόμο που από πολλές γενιές τηρούνταν στον αρχοντικό οίκο και που οι αδελφοί σου είχαν διδαχθεί από τους θείους τους, αφού ο πατέρας σας έφυγε νωρίς. Σα θα γινόταν ο γάμος σου, θα μπορούσες να έχεις τη γυναίκα σου την πέμπτη νύχτα, αφού θα της είχαν μάθει πρώτα οι μεγαλύτεροι τα συζυγικά καθήκοντα. Κι εσύ θα είχες τις δικές τους γυναίκες τις τέσσερις πρώτες νύχτες του γάμου σου, για να σου μάθουν ποια είναι τα δικά σου.
Σπάραξαν τα σπλάχνα σου, μα ούτε το βλέφαρό σου δεν κινήθηκε. Δεν είπες λέξη. Άντεξες τα αδελφικά χτυπήματα στον ώμο ενώ εντός σου αιμορραγούσες. Ξάπλωσες στο κρεβάτι σου και με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι κατανόησες όλη τη δυστυχία του αρχοντικού οίκου. Τις μαραμένες γυναίκες, για τις οποίες οι αδελφοί σου έλεγαν πόσο ήταν ανήθικες, αφού τις είχαν οι ίδιοι εξαναγκάσει. Το χωριό κι όλα τα χωριά τριγύρω που ήταν μεγάλη συμφορά θαρρούσαν, αν κάποιος από τον αρχοντικό οίκο ήθελε την κόρη τους για γυναίκα του. Και τη μάνα. Αυτό εννοούσαν οι θείοι όταν έλεγαν: ‘Μόνο τη μάνα σας ξέρετε, λεβέντες μου, σίγουρα. Και μόνο ότι είσαστε από το ίδιο αίμα με τον πατέρα σας.’ Έπρεπε πριν γυρίσει η μάνα. Έπρεπε πριν γυρίσει η μάνα να έχεις φύγει. Είχες ακόμα δυο βράδια.
‘Όμως, αγάπη μου, δεν είναι έτσι. Μα πού πας αξημέρωτα;’
‘Έτσι είναι καλή μου. Πάω να φροντίσω την πληγή σου.’
Βγήκες μέσα στη νύχτα του χιονιά. Ίσως το φως που είχα γίνει να μαλάκωνε λίγο το παχύ σκοτάδι μπρος από τα μάτια σου. Έφτασες στο παράθυρο της κουζίνας της γιαγιάς. Χτύπησες σιγά. Άνοιξε. Είχε κιόλας σηκωθεί κι άναβε τη φωτιά. Ο σιωπηλός της εγγονός θα ξυπνούσε αργότερα. Της τα είπες όλα. Σε άκουγε, μα ήξερε. Όλοι τα ήξεραν. Όλα τα ήξεραν. Θα έφευγες της είπες πάλι για το βορρά, για τη χώρα όπου μεγάλωσες κι ανδρώθηκες και σπούδασες. Ναι, κατέβαινε ο πόλεμος - ακριβώς γι’ αυτό θα ήσουν χρήσιμος εκεί. Να παντρέψει μόνο τον εγγονό της με μένα και θα είχε ό,τι ήθελε. Θα άφηνες παραγγελία στη μάνα σου. Όχι. Πώς να την περιμένεις; Πώς να κοιτάξεις τα μάτια της πάλι; Έκρυψες το πρόσωπό σου.
‘‘Η μάνα σου, γιε μου, έχει πέντε γιους κι είναι όλοι από τον άντρα της. Οι νεώτεροι αδελφοί του σκότωσαν τον πατέρα σου, λίγο μετά που γεννήθηκες εσύ, μόλις που είχε πεθάνει ο παππούς σου. Τον σκότωσαν με το φαρμάκι που τους κοίμιζε η μάνα σου τις νύχτες που πήγαιναν στην κάμαρά της. Ήταν η μόνη ευτυχισμένη γυναίκα στο σπίτι. Και διψούσαν να ρουφήξουν τη χαρά της. Η μάνα σου δεν είχε πια άλλο φαρμάκι, όταν τη βρήκε ο νεώτερος τη νύχτα του γάμου του. Κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει πώς του ακύρωσε τα μέλη. Το πρωί, μπροστά στους έντρομους κουνιάδους της, όρισε τον εαυτό της Αρχόντισσα. Ήταν η χήρα του μεγαλύτερου. Κανείς δεν την πλησίασε πια. Μόνο που, μη ξέροντας πώς να μιλήσει με τους γιους της, άφησε τα ‘αντρικά’ απείραχτα. Δεν τολμούσε άλλωστε κι εκείνη να φανερώσει ό,τι όλοι ήξεραν - ούτε τους δολοφόνους ούτε το μυστικό της. Ήταν αναγκασμένη να προσποιείται ότι τον άντρα της τον βρήκε ξαφνικό θανατικό. Αργότερα, που η βούλησή της ήταν πιο ισχυρή κι αφού είχατε μεγαλώσει αρκετά, φρόντισε ένας - ένας οι αδελφοί του άντρα της να ξεχωρίσουν το μερτικό τους στη γη και να πάρουν τις οικογένειές τους, να κατοικήσουν άλλα σπίτια. Αλλά ο νόμος τους έχει περάσει και σε τούτη τη γενιά. Γι’ αυτό πήγε στο μοναστήρι προχθές. Να φέρει το φαρμάκι του ύπνου. Να σε φυλάξει απ’ το κακό. Να φυλάξει το γάμο σου, τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου και τα δισέγγονά σου.’’
Αυτά είπε με μια ανάσα η γριά γυναίκα και δεν ήξερες πού είναι το καλό και πού το άδικο. Δεν ήξερες για ποιο να κλάψεις από τη χαρά, για πιο να ουρλιάξεις απ’ τον πόνο. Για πρώτη φορά δεν ήξερες.
Μόλις που είχε πάρει να χαράζει κι ένα βουητό σηκώθηκε. Ο θρήνος των πουλιών πάνω απ’ το κορμί μου. Σωπάσατε ν’ αφουγκραστείτε. Το σιγανό γαύγισμα του Πιστού στην πόρτα. Η γριά γυναίκα άνοιξε. Έτρεξες πίσω του. Ακολούθησαν. Όλο το χωριό κίνησε μες στο χιονιά σχεδόν αξημέρωτα. Κάποιοι στάθηκαν στην άκρη του γκρεμού. Μαζί ο πατέρας κι ο αδελφός μου. Συνέχισες ν’ ακολουθείς τον Πιστό στο απόκρημνο μονοπάτι. Σκίζονταν τα ρούχα σου. Συνέχιζες. Μάτωνε το κορμί σου. Έφτανες. Είδες. Άγγιξες. Ψηλάφισες. Ήξερες. Δεν είχα πεθάνει μόνη μου. Μαζί με το παιδί μας. Αν ήξερες. Αν το ήξερες. Αν ήξερες όλα όσα έμαθες τόσο ξαφνικά, τόσο άτοπα. Αν δε βιαζόσουν ν’ αποφασίσεις πριν δοκιμάσεις πάλι να κοιτάξεις στα μάτια τη μάνα. Αν περίμενες τη μάνα. Αν… Αν… Αν…
‘Δεν πειράζει, αγαπημένε μου. Στ’ αλήθεια, δεν πειράζει. Θα δοκιμάσουμε πάλι. Θα τα καταφέρουμε την άλλη φορά. Την άλλη φορά.’
‘Την άλλη φορά.’
Έμεινες ασάλευτος εκεί πολλές ώρες. Κατέβηκαν κι άλλοι. Ο αδελφός μου. Πήραν το κορμί μου. Έφυγαν. Είμαστε πάλι οι δυο μας. Οι τρεις μας. Σιωπηλοί. Ο Πιστός γάβγισε σιγανά. Ήταν ώρα. Πήγες απ’ το σπίτι. Πήρες τα απαραίτητα. Το άλογό σου. Έφτασες στο μοναστήρι πριν το σκοτάδι. Καθίσατε, εσύ κι η μητέρα σου, αντικριστά στο τραπέζι, κοιτάξατε ο ένας τον άλλο μες στα μάτια και τα είπατε όλα δίχως ν’ ακουστεί μια λέξη.
Το πρωί έφυγες. Λίγες μέρες αργότερα πέρασες τα σύνορα. Ερχόταν ο πόλεμος. Χρειάζονταν γιατρούς. Χρειάζονταν ιπτάμενους.
Ήμουν μαζί σου σε όλο το ταξίδι. Ύστερα στην εκπαίδευση. Ήμουν μαζί σου σε όλα τα ταξίδια. Σε όλες τις πτήσεις. Στο πίσω μέρος του μυαλού σου, όπου δεν έβλεπες εσύ, μα όπου από μένα δεν μπορούσε να κρυφτεί, κατοικούσε πάντα η σκέψη πότε και πώς θα πέσεις από ψηλά να με ακολουθήσεις. Ήμουν εκεί και σου θύμιζα ότι η μητέρα σου περιμένει να τελειώσει ο πόλεμος και να σε δει ν’ ανηφορίζεις την πλαγιά για το μοναστήρι. Αλλά πονούσες πολύ. Υπόφερες για ό,τι χάσαμε. Ενώ εγώ ήμουν ελεύθερη να μην πάσχω πια. Μόνο άκουγα, έβλεπα και πετούσα. Πετούσα μαζί σου. Και φρόντιζα να στέλνω στην καρδιά σου την ελπίδα.
Πετούσαμε πάνω από τη χώρα μας, δυτικότερα από τα βουνά μας. Κατεβαίναμε τις πύλες και μπαίναμε στην ήπειρο. Ύστερα στην έρημο. Ύστερα πάλι πίσω. Σε μια επιστροφή, στράφηκα στο οροπέδιό μας και είδα τους ανθρώπους του. Ο πόλεμος δεν τους έφτασε, μόνο το βάσανο της φτώχιας και του φόβου. Σήκωσα το βλέμμα στην πλαγιά, στο μοναστήρι. Η μητέρα σου έλλειπε. Είχε ελευθερωθεί. Δεν μπόρεσα να σου το πω. Μα ούτε να σου λέω ψέματα μπορούσα. Και σώπασα.
Ήσουν έτοιμος τώρα. Κι ούτε που ήθελα να σ’ εμποδίσω πια. Λαχταρούσες ν’ απαλλαγείς απ’ τα δεσμά. Απ’ την οδύνη του νου, που δεν κατανοεί ότι η ζωή έχει άπειρους τρόπους να συνεχίσει τη ζωή της. Στο επόμενο ταξίδι, το αεροπλάνο σου έπεσε στην έρημο.
Εκτοξευτήκαμε στο φως. Μαζί. Ιδού, τα δώρα μας: η Συγνώμη, η Ειρήνη... κι άλλο ένα. Ναι, είναι κι άλλο ένα. Εσύ το κράτησες. Εγώ κάπου το έχω λησμονήσει._

Wednesday

ο προορισμός

Αντιφωνητής: Αν κάποιος δεν ήθελε να μεγαλώσει, ή έστω ήθελε να χαρεί την παιδική αθωότητα όσο μπορεί και εν τέλει αναγκάστηκε να μεγαλώσει απότομα, χωρίς επιλογή; Τι γίνεται σε αυτή την περίπτωση;
Και πώς καταλαβαίνει κάποιος τον προορισμό του; Πως καταλαβαίνει για ποιο πράγμα γεννήθηκε;

Αίγλη: Κοριτσάκι μου, η ζωή είναι ένα παιχνίδι. Και τα παιχνίδια είναι πάντα σκληρά μαζί μας. Επειδή έχουμε την τάση να παραβιάζουμε τους κανόνες. Επειδή δεν είμαστε αρκετά συγκεντρωμένοι στο ρόλο κάθε φορά και κάτι μας διαφεύγει. Επειδή θέλουμε να σπρώχνουμε τα όρια πιο έξω κάθε τόσο.
Πολύ σωστά συμπεριφερόμαστε έτσι. Γιατί και τους κανόνες πρέπει να διαρρήξουμε. Και ν' αφήσουμε τα πράγματα έξω από τον έλεγχό μας. Και να καταργήσουμε τα όρια.
Αλλά ακριβώς αυτή η μάχη μας με τον περιορισμό και την ατέλεια – για την οποία δοξάζω το γένος των ανθρώπων – είναι αυτή που προκαλεί ατυχήματα, δημιουργεί δυσχέρειες, ανοίγει πληγές.
Αυτός είναι ο λόγος της ύπαρξής μας: το πνεύμα να διαρρήξει την αγωνία της ύλης, η ύλη να ντύσει την ειρήνη του πνεύματος.
Είναι δύσκολο και για μένα να το εννοήσω. Κι ούτε το έχω διαβάσει κάπου. Όμως το νιώθω. Ξέρω – χωρίς να ξέρω πώς – ότι ο ρόλος του ανθρώπου μέσα στον σύμπαντα κόσμο είναι αυτός: να ενώσει τα δύο σε ένα, την ύλη και το πνεύμα. Μέσω της ύλης ο κόσμος θέλει να μας φανερώσει ό,τι υπάρχει. Μέσω του πνεύματος ο κόσμος θέλει να δώσει υπόσταση σε ό,τι σχηματίζεται.
Καλή μου φίλη, έχω γράψει το παραπάνω κείμενο μέσα σε δυο λεπτά. Εδώ και μισή ώρα το κοιτάζω. Δε φαίνεται ν' απαντά σ' αυτά που με ρωτάς. Αλλ' αρνείται με πείσμα οποιαδήποτε παρέμβαση. Εκείνο ξέρει.

Sunday

επιστροφή

Όταν ο Οδυσσέας πήρε μυρουδιά ότι η βαρκούλα του είχε βάλει πλώρη για το λιμάνι της Ιθάκης, κατατρόμαξε. Τέλειωσε κιόλας η οδύσσεια; Και βρήκε, όπως πάντα, τον πιο πανούργο τρόπο να την συνεχίσει: Βλαστήμησε τον Ποσειδώνα. Εκείνος, όπως αρμόζει σ’ έναν προσβεβλημένο θεό, σήκωσε βουνά τα κύματα και τον πέταξε πάλι έξω στη φουρτούνα. Όταν ο Ποσειδώνας βαριόταν ν’ ασχολείται με τον Οδυσσέα κι έστρεφε αλλού την προσοχή του, ο ήρωας της οδύσσειας έβγαινε στη στεριά, ως ναυάγιο. Άλλοτε στο νησί της Κίρκης, άλλοτε στο νησί της Καλυψώς.
Κάποτε βγήκε στο νησί των Φαιάκων. Θαμπώθηκε τότε από τη Ναυσικά. Από το τραγούδι της, από το πώς έπαιζε το τόπι. Ήθελε να μείνει. Ήταν όμως υποχρεωμένος, σύμφωνα με τους νόμους που περιορίζουν και που προσδιορίζουν εκείνο που δεν ορίζεται, να δηλώσει υποταγή στο βασιλιά του τόπου, ο Βασιλιάς.
Τότε αποφάσισε να πάρει την πρώτη απόφαση στην ιστορία της ζωής του. Αποφάσισε να τελειώνει με την περιπέτεια που είχε αποδειχθεί να είναι σε κάθε λιμάνι τόσο ίδια. Είχε πια βαρεθεί να παίζει το βολικό ρόλο του δούλου, του υποταγμένου στα καπρίτσια του άρχοντα ή της αρχόντισσας κάθε ξένου τόπου, μόνο και μόνο για το κέφι του και για την εμπειρία της υποτέλειας. Η γεύση της περιπέτειας ήταν πλέον άνοστη.
Έτσι επέστρεψε στο πεπρωμένο του. Γύρισε στον τόπο του, στο σπίτι του, στον εαυτό του. Και έζησε αυτό το οποίο είχε να ζήσει. Την αληθινή ζωή του, ως βασιλιάς. Την πραγματική ζωή, ως κύριος της ζωής του.

Monday

ένα αγαπημένο βιβλίο

Συνεχίζω να παίζω με τα βιβλία - τα χάρτινα αυτά έμψυχα όντα - με τον τρόπο που πρότεινε η pink fish. Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία φαντασίας. Κάθε τόσο ένα καινούργιο καταλαμβάνει τη θέση του πιο αγαπημένου. Τα τελευταία δέκα χρόνια όμως αυτή τη θέση δεν έχει καταφέρει να διεκδικήσει άλλο από το ΣΙΛΜΑΡΙΛΛΙΟΝ του πάρα πολύ αγαπημένου μου ΤΖ.Ρ.Ρ. ΤΟΛΚΙΝ, μεταφρασμένο από την Ευγενία Χατζηθανάση - Κόλλια (κανείς δεν έχει μεταφράσει τον Τόλκιν καλύτερα). Μια ολόκληρη κοσμογονία περιγράφεται εδώ.
Αντιγράφω από την αρχή:

Στην αρχή ο Έρου, ο Ένας, ο οποίος στη γλώσσα των Ξωτικών ονομάζεται Ιλούβαταρ, έφτιαξε με το λογισμό του τους Άινουρ, κι αυτοί δημιούργησαν μια μεγάλη Μουσική ενώπιόν του. Μέσα απ' αυτήν τη Μουσική άρχισε ο Κόσμος, γιατί ο Ιλούβαραρ έκανε ορατό το τραγούδι των Άινουρ και το είδαν σαν ένα φως στο σκοτάδι. Και πολλοί απ' αυτούς αγάπησαν την ομορφιά του και την ιστορία του, που την είδαν να αρχίζει και να ξεδιπλώνεται σε όραμα. Και τότε ο Ιλούβαταρ έδωσε στο όραμά τους Υπόσταση και το τοποθέτησε στο Κενό και έστειλε τη Μυστική Φωτιά να καίει στην καρδιά του Κόσμου, που ονομάστηκε Έα.

Διαβάζοντας, βρείτε το ρυθμό του κειμένου κι αναπνεύστε βαθιά να νιώσετε τη δόνησή του. Είναι κρίμα που δεν μπορώ να βάλω την άνω τελεία εκεί που βρίσκεται στο κείμενο. Όμως είμαι σίγουρη ότι κι έτσι θ' ακούσετε τον ήσυχο βηματισμό των λέξεων.
Και από τη σελίδα 123 (όπου σαν τάχα τυχαία έπαιζε το προηγούμενο παιχνίδι):

Έτσι μίλησαν ο Μαέδρος και ο Μάγκλορ, ο Κέλεγκορμ και ο Κουρούφιν, ο Καράνθιρ, ο Άμροντ και ο Άμρας, πρίγκιπες των Νόλντορ, και πολλοί μαζεύτηκαν από φόβο ακούγοντας τα φοβερά λόγια. Γιατί ένας όρκος σαν κι αυτόν, καλός ή κακός, δεν μπορεί να πατηθεί και καταδιώκει ως την άκρη του κόσμου και αυτόν που τον δίνει και αυτόν που τον πατάει. Ο Φινγκόλφιν, λοιπόν, και ο Τούργκον ο γιος του, μίλησαν εναντίον του Φέανορ και ειπώθηκαν άγρια λόγια, έτσι ώστε γι' άλλη μια φορά ο θυμός πλησίασε την κόψη των σπαθιών. Ο Φινάρφιν όμως μίλησε μαλακά, όπως το συνήθιζε, και γύρεψε να ηρεμήσει τους Νόλντορ, πείθοντάς τους να σταματήσουν και να σκεφτούν πριν γίνουν πράγματα που δε θα μπορούσαν να ξεγίνουν, και ο Ορόντρεθ, μόνος από τους γιους του, μίλησε με τον ίδιο τρόπο. Ο Φίνροντ ήταν με τον Τούργκον, το φίλο του, η Γκαλάντριελ όμως, η μόνη γυναίκα από τους Νόλντορ που μπορούσε να σταθεί εκείνη την ημέρα ψηλή και θαρραλέα ανάμεσα στους αντιμαχόμενους πρίγκιπες, ήταν πρόθυμη να φύγει. Δεν έδωσε κανέναν όρκο, τα λόγια όμως του Φέανορ για τη Μέση-γη είχαν ανάψει στην καρδιά της, γιατί ποθούσε να δει τις απέραντες αφύλακτες εκτάσεις κι εκεί να κυβερνήσει ένα βασίλειο σύμφωνα με τη θέλησή της. Ίδια γνώμη με την Γκαλάντριελ είχε ο Φίνγκον, ο γιος του Φινγκόλφιν, που τον συγκίνησαν κι αυτόν τα λόγια του Φέανορ, αν κι ελάχιστα τον αγαπούσε, και με τον Φίνγκον στάθηκαν όπως πάντα ο Άνγκροντ και ο Αέγκονρ, οι γιοι του Φινάρφιν. Αλλά αυτοί κάθισαν ήσυχοι και δε μίλησαν εναντίον των πατεράδων τους.

Προσκαλώ όσους αγαπούν αυτά τα μαγικά βιβλία να παρουσιάσουν το δικό τους πιο αγαπημένο.

Thursday

ήταν ωραία η φωνή του

… Μένει ωστόσο ένας φόβος, Μήπως έχεις ξεπεράσει την αγάπη … (Γιούλη Κουγιά, Ημερολόγιο σε Φόντο Παραμυθιού)

Καλημέρα, ψιθυρίζει μέσ’ απ’ τα σεντόνια της. Είναι ακόμα σκοτεινά. Φέγγει μόνο το ρολόι. Τέσσερις. Σφίγγει το δεύτερο μαξιλάρι μι’ αγκαλιά. Πόσα χρόνια κοιμάται μόνη δίχως ν’ αποχωριστεί τα δύο μαξιλάρια. Τώρα είναι κι αυτή η καινούργια συνήθεια: Το αξημέρωτο ξύπνημα. Δε θέλει να κάνει τίποτ’ άλλο τέτοια ώρα. Μόνο ένα τσιγάρο ίσως και προσπαθεί να κοιμηθεί ξανά. Αργότερα, την ξυπνούν τα πουλιά.
Καλημέρα Έρωτα, σιγοτραγουδά στον καναρίνο της, ενόσω τον περιποιείται. Κάθε μέρα ξεκινά μ’ αυτή τη λέξη την ημέρα της. Η επίσκεψη στη βεράντα είναι η πρώτη πρωινή εργασία. Ύστερα μπαίνει πάλι μέσα από το κρύο. Θερμοσίφωνας, καφετιέρα, τροφή στο ενυδρείο. Καφές, τσιγάρο, μπάνιο, έξω. Έξω πού; Έξω στον κόσμο, στην δουλειά, στο γραφείο.
Σάββατο σήμερα, ακούει μόλις μπαίνει μες στο λεωφορείο. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Όχι, δε γυρίζει σπίτι. Θα επιστρέψει αργότερα στον μοναχικό μικρό παράδεισό της. Τώρα συνεχίζει με τα πόδια. Η καρδιά κατευθύνει. Τα βήματα υποδεικνύουν την απόφαση. Πάλι θα σκαρφαλώνει τους λόφους της Ακρόπολης. Από κει το βλέμμα της θα κυλήσει τριγύρω στην πόλη. Πάνω απ’ το λόφο του Αρείου Πάγου θα ρουφήξει την ανατολή, θα χαιρετήσει το Σαρωνικό - θα φαινόταν τώρα από δω αν δεν τον σκέπαζε η πρωινή ομίχλη.
Κατοικεί την Αθήνα τόσα χρόνια. Κάθε που κάτι αναστατώνει την καρδιά της, φορά παλτό την μοναξιά της και την σεργιανίζει ως τον Παρθενώνα. Σήμερα δεν κυκλοφορεί ψυχή εδώ πάνω. Μόνο αδέσποτα σκυλιά. Και πάντα φοβάται τα ελεύθερα ζώα. Α, να κι ένας άνθρωπος. Περίσσια αδέσποτος αυτός. Ας κάνει μια βόλτα απ’ τη λεωφόρο. Σε λίγο θα φτάσουν τα τουριστικά. Είναι απλώς πολύ πρωί ακόμα. Θα χαθεί ανάμεσα στις οργανωμένες παρέες των ταξιδιωτών, ακούγοντας γλώσσες που δεν καταλαβαίνει, ψάχνοντας την πιο ωραία φωνή της ημέρας. Αυτό είναι το παιχνίδι. Λατρεύει τις ωραίες φωνές. Λατρεύει μ’ αυτόν τον τρόπο την φωνή της. Είναι ο ναρκισσισμός που επιτρέπει στον εαυτό της. Κι έχει φτιάξει αυτό το παιχνίδι για συντροφιά στους περιπάτους της. Όταν δεν ξέρεις τη γλώσσα, ώστε να παρακολουθείς τα λεγόμενα, ξεχωρίζεις καλλίτερα ποια φωνή είναι στ’ αλήθεια πιο ωραία.
Υγρό το πεζοδρόμιο. Μα όχι, δεν έχει βρέξει τη νύχτα, θα το άκουγε. Η καρδιά της την ξυπνάει όταν βρέχει. Ακόμα και στο πιο αθόρυβο ψιλόβροχο ξυπνά. Το τραγούδι της βροχής είναι γιατρειά. Παίρνει τις σκέψεις της ταξίδι και την ανακουφίζει. Ύστερα, όταν τις αφήνει πάλι πίσω μες στο νου της, καμιά δεν είναι ίδια όπως πριν. Σα να ‘χουν ελαφρώσει τόσο, που μπορεί ν’ αφήσει το έδαφος και να υψωθεί. Γιατί δεν έχει τίποτ’ άλλο επάνω της βαρύ. Κάτι να την κρατά γερά και σταθερά σ’ αυτή τη γη. Μόνο την ανεξάντλητη πηγή, την αδιάκοπη σκέψη.
Η γειτονιά του Θησείου μοιάζει ν’ αρχίζει να ξυπνά. Τα καφέ ακόμα κλειστά. Αργοσεργιανίζει μες στα στενά δρομάκια, ανάμεσα στα παλιά σπίτια. Άλλο καμαρώνει αναστηλωμένο, άλλο γέρνει κάτω απ’ το βάρος της αθλιότητας. Στον πεζόδρομο της Ηρακλειδών φαίνεται να συμβαίνει η διαδήλωση των σκουπιδιών. Άπειροι κάδοι στην σειρά, σακούλες ξεχειλίζουν και γατιά ψαχουλεύουν με τα μπροστινά. Όχι, δεν είναι εκείνη που φοβάται τα ελεύθερα ζώα. Πώς είχε αυτήν την εντύπωση ως τώρα. Όχι, δεν είναι έτσι, σίγουρα. Το αντιλαμβάνεται μεμιάς, καθώς αντικρίζει αυτήν την υπέροχη ξανθιά μαμά κυρία γάτα, με τα τριανταφυλλένια μάτια. Όχι, δεν φοβάται τ’ αδέσποτα ζώα. Εκείνη τα τρομάζει, αντίθετα. Έτσι που κυκλοφορεί την αδέσποτη ζωή της, δίχως να τολμά κάτι να εμπιστευθεί και κάπου ν’ ακουμπήσει την καρδιά της μια βραδιά ή μια στιγμή.
Gallery Αίγλη. Ένα πανέμορφο ανακαινισμένο παλιό δίπατο. Γνωρίζεται καλά μαζί του - και με τον εσωτερικό του κόσμο. Τρία φθινόπωρα πίσω. Πραγματοποιούσε εδώ την πρώτη, σε πράξη νόστου, έκθεσή του. Έλεγε θα έμενε πια εδώ, στον τόπο της καταγωγής του. Αλλά πάει τόσος καιρός που δεν έχει ούτε ακούσει την φωνή του. Ούτε γράμμα του πήρε ποτέ. Ούτε μια κάρτα. Ένα αντίο σ’ εκκρεμότητα.
Κάπως έτσι, σαν τώρα. Ένας παρορμητικός φθινοπωρινός Σαββατιάτικος περίπατος. Απογευματινός τότε. Είχε περάσει πάλι απ’ την Ακρόπολη στο Θησείο. Λίγα ήξερε από ζωγραφική. Και για πρώτη φορά βρισκόταν σε μια αίθουσα τέχνης. Τώρα ξέρει λίγα μόνο παραπάνω. Δε θυμάται τι την παρακίνησε να περάσει εκείνο το κατώφλι. Ίσως κάποια κουβέντα να της είπε η εικόνα της αφίσας. Γιατί αυτό ήταν όλο κι όλο. Οι ζωγραφιές του μιλούσαν μέσα στην καρδιά της. Πήγαινε ξανά και ξανά, μένοντας με τις ώρες αντικρύ τους.
Κάποιο βράδυ της μίλησε ο ίδιος. Δεν τον είχε προσέξει ως εκείνη τη στιγμή. Σε άλλο πρόσωπο είχε προσδώσει την ιδιότητα του αγαπημένου της ζωγράφου. Ποτέ δεν κατάφερε να κρίνει τους ανθρώπους. Την ηλικία τους ή το επάγγελμά τους. Ήταν όμορφος. Πώς δεν το είχε φανταστεί. Πώς θα μπορούσε να ‘ναι άλλος. Μόνο ο πιο όμορφος. Την έβλεπε βαθιά μέσα στα μάτια. Και ήταν ωραία η φωνή του. Από τότε δεν έλειψε ούτ’ ένα βράδυ. Κι έφευγε πάντοτε μαζί του.
Σεργιάνιζαν ώρα πολλή πάνω το λόφο. Άφηναν πίσω τα μεσάνυχτα. Μετρούσαν τ’ αστέρια, όσα έβλεπαν. Ήξεραν καλά, τους κοίταζαν πολλά περισσότερα. Τα καλούσαν με τα ονόματά τους, ψάχνοντας προς τα ‘κει που θα ‘πρεπε να ήταν, πίσω απ’ τον ουρανό που θόλωναν τα φώτα της πόλης. Και ρουφούσαν τα πρώιμα ψιλόβροχα. Έφταναν στο σπίτι της πάντοτε με τα πόδια. Αυτό τη μάγευε. Πως ήταν ελεύθερη να περπατά μες στην πόλη ολόκληρη τη νύχτα. Άφηνε γεμάτη δυνατό καφέ την ζεστή κανάτα, όταν έφευγε νωρίς τα καθημερινά πρωινά, ενώ εκείνος ακόμα κοιμόταν. Και μ’ ένα αδέξιο σκίτσο του μηνούσε καλημέρα.
Ύστερα, ένα βράδυ, έγιναν όλα διαφορετικά. Εκείνο που κράτησε ο ουρανός την καταιγίδα ατέλειωτα. Η έκθεσή του είχε λήξει λίγες μέρες πριν. Είχαν αδειάσει οι αίθουσες λίγο νωρίτερα. Τελευταία στιγμή, αποφάσισε να μη συνοδέψει τα έργα του πίσω στο ατελιέ. Παρότι μέχρι χτες διαρκώς ετούτο έλεγε, πόσο συνδεδεμένος ήταν με κάθε πινελιά του, που είχε εκτεθεί. Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ήταν, θα έλεγες, άσχημα προκλητικές. Οι πωλήσεις ανύπαρκτες. Κι ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία δήλωνε ότι αυτό δεν ήταν κάτι που τον αφορούσε.
Έμειναν εκεί, μες στους ολόγυμνους χώρους. Ξάπλωσαν πάνω στα παλτά τους. Άκουσαν ως το τέλος όλα τα όμβρια ορχηστρικά. Έσμιξαν στις κορυφώσεις τους ξανά και ξανά. Λες κι ήταν η τελευταία νύχτα. Το ήξερε άλλωστε, έτσι ήταν. Ακριβώς ό,τι δεν ήθελε. Να γνωρίζει από πριν, να γνωρίζει ό,τι είναι αν συμβεί. Εκείνο που ακόμα ως τώρα δε γνώρισε είναι τι τους ένωνε μα ούτε τι τους χώριζε. Τους νανούρισαν τα ρυάκια που γέννησε η βροχή κι εκεί πάνω στο γυμνό ξύλινο πάτωμα αποκοιμήθηκαν.
Ολόκληρη η πόλη είχε πια για τα καλά ξυπνήσει, όταν άνοιξε τα μάτια της. Κοιμόταν ακόμα βαθιά στο πλάι της. Τράβηξε μαλακά το παλτό της κάτω απ’ το σώμα του. Στάθηκε μια στιγμή γονατιστή κοντά του. Δεν ήξερε τι να πει ούτε πώς να μιλήσει. Δε βρήκε λόγο κι αφορμή να τον ξυπνήσει. Είχαν περάσει λες αιώνες μέσα στην σιωπή. Απ’ το προηγούμενο βράδυ, αφού είχαν καληνυχτίσει τους μεταφορείς, δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Τυλίχτηκε τον αποχωρισμό της, κατέβηκε ξυπόλυτη τις σκάλες, έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της. Δεν ήταν ο τρόπος για να εκφράσει την αποδοκιμασία της. Τον λατρεύει πάντα, ως τα μύχια της ψυχής της. Ήθελε απλώς μ’ αυτόν τον τρόπο να του πει ότι ήταν ελεύθερος, αληθινά ελεύθερος να πάει εκεί ακριβώς που αγαπάει. Και δεν τον είδε από τότε.
Ένας ζεστός καφές σε χάρτινο ποτήρι, από το τόσο δα μικρό βρώμικο ημιυπόγειο. Και βέβαια δεν θα σταθεί εδώ μέσα να τον πιει. Δεν υπόσχεται κάτι καλλίτερο ο άνθρωπος που καθαρίζει. Απλώς είναι το πρώτο καφέ που φαίνεται ν’ ανοίγει. Ας πάρει να επιστρέφει τώρα. Ας σταθεί να τυλίξει το τσιγάρο της πρώτα. Εδώ σ’ αυτά τα σκαλοπάτια. Ενοικιάζεται ή Πωλείται. Μέσα στην εγκατάλειψή του είναι. Ας μπει μέσα στον λόφο της Ακρόπολης, επιστρέφοντας. Αν και δεν ξέρει σίγουρα πόσο θα το άντεχε τώρα, αυτό το παιχνίδι με μιας άγνωστης γλώσσας τα χρώματα.
Άγνωστη της ήταν και η γλώσσα της ποίησης παλιότερα. Αλλά καθώς ο πόνος έπαιρνε τον χρόνο του, διεκδικούσε ύστερα τον χώρο του. Και του έστρωσε λευκό χαρτί για ν’ απλωθεί. Απόθεσε εκεί ό,τι οι ζωγραφιές του μυστικά της είχαν πει. Για το σκοτάδι, για το φως, για το γιατί. Ναι, πράγματι είχαν γίνει ένα ολόκληρο βιβλίο ήδη. Α, όχι δεν είχε πρόθεση να το εκδώσει. Για ποιο λόγο, άλλωστε. Το άκουγε από παντού, η ποίηση δεν πουλούσε. Αν και κανείς δεν άκουσε ποτέ εκείνη να λέει ότι είχε καταπιαστεί να γράφει. Ούτε με τον εαυτό της δεν το συζητάει.
Ένα ξέρει, αυτό είναι ό,τι αγαπάει: να γράφει. Ένα τραπέζι πλάι στο παράθυρο, πολλά μολύβια κι ατέλειωτες κόλλες λευκό χαρτί. Δεν φαντάζεται τον εαυτό της να κουράζεται. Αντίθετα. Εκείνο που τη δυσκολεύει όλο και περισσότερο κάθε μέρα, είναι πώς να σηκωθεί απ’ το γράψιμο για να μπει στην ευλογημένη καθημερινότητα της ζωής της. Ναι, είναι ευλογημένη η ζωή της. Αφού κάθε μέρα γράφει κάτι καινούργιο. Αφού κάθε μέρα κάτι καινούργιο κατακτά μέσα της. Είναι άπειρα όλα αυτά τα μυστικά, που τις έχουν εμπιστευθεί η ζωγραφιές του. Μπορεί να γράφει για όλη της την ζωή. Μπορεί να φτιάξει άπειρα βιβλία από τα μυστικά της καρδιάς της. Το πρώτο βιβλίο τους έχει κιόλας ολοκληρωθεί. Λες μια μέρα κάτι απ’ όλ’ αυτά να εκδοθεί.
Ισπανοί στην Ακρόπολη. Στην Ισπανία είχε σπουδάσει. Μάλλον θα έχει γυρίσει εκεί. Gallery Αίγλη. Αίγλη. Αυτό είναι. Το όνομά της για το πρώτο βιβλίο. Το όνομά του γι’ αυτήν. Το όνομά της για εκείνον. Αυτό το όνομα χρειάζεται για να υπογράψει αυτή τη συλλογή. Πώς δεν το σκέφτηκε ως τώρα. Ναι, είναι ελεύθερη από το όνομά της και μπορεί. Μπορεί να στείλει στους εκδότες τα κείμενά της. Μπορεί να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τα μυστικά της. Άλλωστε πώς θα συνεχίσει να γράφει; Πώς θα προχωρήσει στα επόμενα αν δεν αφήσει ελεύθερα τα προηγούμενα! Καλημέρα, ψιθυρίζει. Σ’ ευχαριστώ πολύ για τον έρωτα που μου χάρισες, Αίγλη. Καλημέρα, σ’ ευχαριστώ για τον κόσμο μου, στον οποίο με φανέρωσες, Έρωτα. Αίφνης βιάζεται να βρεθεί στο σπίτι. Βγαίνει και κατηφορίζει. Οι Ισπανοί κατηφορίζουν φλυαρώντας γύρω της. Η ακοή της εστιάζει σε μια φωνή. Στην φωνή του. Μένει ακίνητη. Δεν τολμά να γυρίσει να κοιτάξει. Ναι, είναι η φωνή του, η δική του φωνή. Η ωραία φωνή του. Ξεναγός. Οι Ισπανοί συνεχίζουν να κατηφορίζουν. Την πλησιάζει η φωνή του. Σταματά ακριβώς εδώ, στο πλάι της. Την έχει δει. Γυρίζουν αντικρύ. Παίρνει τα χέρια της. Τα φιλά. ‘Σ’ αγαπώ πολύ.’ Οι Ισπανοί έχουν βγει στο δρόμο. Ανάμεσα τους κι εκείνος. Και το τελευταίο κομμάτι του παζλ έχει τοποθετηθεί στην θέση του. Εκείνο το σ’ αγαπώ - που της έλλειπε τόσο - που δεν είχε ειπωθεί εκείνο το φθινόπωρο. Τώρα είναι πράγματι έτοιμη.
Συνεχίζει να στέκει στο ίδιο σημείο ακίνητη. Οι Ισπανοί έχουν μπει στο λεωφορείο τους, τον έχουν πάρει μαζί τους. Αλλά έχει μείνει το σ’ αγαπώ του εδώ πίσω. Χουζουρεύει μες στο παλτό της. Εντέλει κινητοποιείται κι επιτέλους παίρνει τον δρόμο της. Τρέχει σπίτι. Σημειώνει το καινούργιο όνομα στο τετράδιο της και τρέχει στο γειτονικό βιβλιοπωλείο. Φωτοτυπίες. Έντεκα αντίτυπα. Γιατί έντεκα. Γιατί ονειρεύτηκε την μητέρα της. Της πρότεινε ένα ασημένιο κλειδί, λέγοντας το κλειδί είναι το έντεκα. Και φακέλους. Πίσω στο σπίτι. Έχει τον οδηγό της τελευταίας έκθεσης βιβλίου. Αντιγράφει διευθύνσεις εκδοτικών οίκων. Στην τύχη. Με κλειστά τα μάτια ξεφυλλίζει και όπου το δάχτυλό της σταματήσει. Το ταχυδρομείο του Συντάγματος τα Σάββατα μένει ανοιχτό. Αυτό ήταν όλο. Πώς δεν το είχε κάνει τόσον καιρό.
Βρίσκεται στο τέταρτο φθινόπωρο, όταν αρχίζει να βρίσκει στο ταχυδρομείο της απαντήσεις από κάποιους εκδότες. Στην πρώτη επιστολή δεν ξέρει τι να κάνει. Στη δεύτερη αρχίζει να προσκαλεί στην μνήμη της το περυσινό Σαββατιάτικο πρωινό. Πώς γίνεται και σαν να το είχε ολότελα ξεχάσει. Δεν είναι δυνατόν. Ανοίγει όλα τα συρτάρια. Ψάχνει τα χαρτιά και τα τετράδια. Μα ναι, από εκείνη την ημέρα που ταχυδρόμησε τα δοκίμια δεν έχει γράψει πάλι ούτε πινελιά. Πινελιά. Απλώνεται επάνω στο χαλί. Κλείνει τα μάτια στο ταβάνι. Δεν θέλει να ξέρει άλλο τίποτα γύρω από ζωγραφιές και ποιήματα. Θέλει εκείνον που την αγαπά, αλλά ποιος ξέρει πόσους κόσμους βρίσκεται τώρα μακριά.
Όταν λίγες εβδομάδες αργότερα ένας τρίτος εκδότης απαντά θετικά, αποφασίζει πως, ναι, είναι μια ποιήτρια. Έστω για ένα βιβλίο. Έστω και μόνο για κείνον. Έστω για ό,τι έζησε σ’ ένα φθινόπωρο μαζί του. Τελικά δεν είναι τόσο δύσκολο. Οι άνθρωποι είναι συμπαθέστατοι και αρκετά συνεργάσιμοι. Φαίνονται μάλιστα συγκινημένοι απ’ τα γραπτά της. Είναι αληθινή ποίηση. Φυσικά θα επιβαρυνθεί τα τυπογραφικά έξοδα. Εντάξει, ας γίνει έτσι αυτό. Το ποσό δεν είναι απαγορευτικό. Μόνο να, θα ήθελε εκείνον τον πίνακα εκείνου του ζωγράφου για το εξώφυλλο. Α, μα τα βιβλία της ποίησης είθισται να είναι λιτά. Ένα παλιό χαρακτικό, ίσως. Κι ύστερα οι καλλιτέχνες ζητούν συνήθως πολλά χρήματα. Καλά, θα κοιτάξουν να τον βρουν και θα το διαπραγματευθούν όσο μπορούν καλλίτερα. Ναι, φυσικά, δεν θα ακουστεί το όνομά της. Ανάλογα με την ανταπόκρισή του, θ’ αποφασίσει η ίδια αργότερα γι’ αυτό. Για την ώρα, όταν τον ανακαλύψουν, θα του προτείνουν το δοκίμιό της όπως είναι, με το ψευδώνυμο. Ψευδώνυμο.
Μπαίνει στο πέμπτο φθινόπωρο της ζωής της. Όχι, είναι τριάντα πέντε χρονών. Αλλά από εκείνο το πρωί, που κατέβηκε ξυπόλυτη την άδεια gallery, έχει αποφασίσει έτσι να μετράει. Πρώτο φθινόπωρο αυτό, το δίχως ένα σ’ αγαπώ. Η πληγή μένει ακόμα ανοιχτή. Είναι αλλιώς η ανάγκη. Το σ’ αγαπώ θέλει να κυλήσει επάνω σε γυμνό κορμί.
Προχθές τηλεφώνησε ο εκδότης. Είχε περάσει τόσος καιρός. Πάλι το είχε ξεχάσει σχεδόν. Να, βρήκαν εκείνον τον ζωγράφο. Εδώ, εδώ στην Αθήνα. Δεν ασχολείται πια με την ζωγραφική. Δεν ήθελε να τους ακούσει. Επέμειναν όμως πολύ, αφού κι εκείνη σε αυτό μονάχα ήταν ανένδοτη. Τέλος, τους έδωσε την ταχυδρομική του διεύθυνση. Έστειλαν το φωτοτυπημένο τετράδιό της. Ελπίζουν κι εύχονται να έχουν σύντομα θετική απάντηση. Αιφνιδίως σώθηκε, την τελευταία στιγμή. Το άλλο τηλέφωνό χτύπησε, ο εκδότης βιάστηκε να κλείσει κι εκείνη δεν πρόλαβε να ρωτήσει ποια είναι η διεύθυνσή του.
Το Σαββατοκύριακο δεν σήκωσε καθόλου το τηλέφωνο. Δεν άνοιξε την πόρτα όταν της χτύπησαν. Έμεινε ατέλειωτες ώρες ξαπλωμένη πάνω στο χαλί. Γέμισε το ταβάνι ερωτηματικά. Τόσα χρόνια μες στην ίδια πόλη: Πού ακριβώς να μένει; Γιατί δεν συναντήθηκαν άλλη μια φορά! Έτσι όπως πρόπερσι, τάχα τυχαία! Γιατί δε δόθηκε μια ακόμα ευκαιρία! Να ‘ναι κι εκείνος μόνος του ακόμα! Εκείνο το σ’ αγαπώ θα γίνει να το ακούσει ξανά!
Σ’ όλη της την ζωή ποτέ, ποτέ δε θα ξεχάσει αυτό το σχόλασμα Δευτέρας. Ήταν εκεί απέναντι στην έξοδό της, αγκαλιάζοντας το αντίγραφο χειρόγραφό της. Την έβλεπε βαθιά μέσα στα μάτια. ‘Σ’ αγαπώ όπως πάντα.’ Και ήταν ωραία η φωνή του. Έδωσε το χέρι της και περπάτησε μαζί του. Πράγματι, δεν είχε ιδέα ότι γράφει. Όμως μόνο εκείνη μπορούσε να γράφει έτσι. Ήταν τόσο σίγουρος, μην ξέροντας καθόλου πώς.
Είναι η έβδομη άνοιξη της ζωής τους. Μια δεύτερη ποιητική συλλογή έτοιμη προς έκδοση. Ποιος ενοχλείται απ’ το γεγονός ότι δεν πουλάει η ποίηση. Η έκθεσή του φιλοξενείται στην σκιά της Ακρόπολης. Gallery Αυγή. Αυγή. Οι κριτικές είναι ασυνήθιστα τεκμηριωμένες. Οι πωλήσεις συνεχίζουν ανύπαρκτες. Αλλά είναι μαζί. Ξετυλίγουν το θαύμα τους. Στίχο το στίχο, πινελιά την πινελιά. Από ένα βιβλίο σε μια έκθεση ζωγραφικής. Γιατί, τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να πραγματοποιήσει το θαύμα της καρδιάς του. Στο πλάι του έναν άνθρωπο βαθιά να αγαπά._

Saturday

φρέσκα λουλούδια

Εξαντλημένη χτες μπήκα σπίτι κατά τις οχτώ το βράδυ. Μπάνιο, δείπνο, μια ζεστή σοκολάτα μ' ένα τσιγάρο, όσο να ρίξω μια ματιά στην ηλεκτρονική επικοινωνία. Και κατά τις εννιά στο κρεβάτι. Τηλεφώνημα: ‘δεν σε πιστεύω! για ύπνο; καλά, όνειρα γλυκά.'
Ξύπνησα σήμερα, μετά τον δωδεκάωρο ύπνο μου, τόσο φρέσκια κι ευτυχής και λάμπουσα, σ' αυτήν την εξαιρετικά φωτεινή προανοιξιάτικη μέρα. Τα πουλιά. Το πρώτο που άκουσα ήταν τα πουλιά. Θέλω να φύγω, να βγω έξω, τα τρέξω, να κυλιστώ στα λιβάδια, να ξεγελαστώ με όλα εκείνα που ξεγελιούνται κι ανθίζουν πρόωρα. Θέλω να βγω να ρουφήξω τον φλεβαριάτικο ήλιο.
Αλλά σήμερα έχουμε να δούμε τους φίλους μας. Μόνο σήμερα μπορούμε όλοι μαζί. Ύστερα εκείνοι θα φύγουν πάλι από την πρώτη για τη δεύτερη πατρίδα, επιστροφή στο σπίτι.
Έβαλα μουσική, καφέ, άνοιξα τα μπαλκόνια στην άνοιξη, συγύρισα. Άλλαξα σεντόνια, πετσέτες, κεριά στα κηροπήγια, ένα στικ ν' αρωματίσει το φρέσκο σπίτι.
Με το δεύτερο καφέ, τώρα, ανοίγω πάλι το ηλεκτρονικό παράθυρό μου στον κόσμο. Κάποια μηνύματα με ‘καληνύχτα' και ‘καλό ξημέρωμα' προσκαλούν την ‘καλημέρα' απάντησή μου. Κι εδώ αποτυπώνω την καθημερινότητα. Που είναι τόσο αλλιώτικη κάθε μέρα. Που είναι τόσο φρέσκια κάθε πρωί. Που είναι εντελώς ηλιόλουστη σήμερα.
Σε λίγο θα σε συναντήσω στο super. Θα διαλέξουμε τα καλλίτερα υλικά. Κι εκείνο το ξινόμαυρο κρασί. Ευτυχώς, θα μαγειρέψουμε μαζί. Εγώ θα κάνω τις σαλάτες. Εκεί είναι που τα καταφέρνω καλύτερα. Ξέρεις εσύ. Και, να μην το ξεχάσω, αγάπη μου. Λουλούδια, φρέσκα λουλούδια για τα βάζα μας.