writing and translating works, and some thoughts in words; by Eulie Aeglie
Showing posts with label [100 λέξεις]. Show all posts
Showing posts with label [100 λέξεις]. Show all posts
Friday
κουράστηκε
Λίγα πράγματα ήξερα για τον Michael Jackson, όσα χρόνια ζούσε. Θυμόμουν ένα όμορφο αγόρι και κατά καιρούς το έβλεπα να ασχημίζει τον εαυτό του, καθώς μεγάλωνε. Περισσότερα έμαθα τις τελευταίες μέρες, αφού πέθανε. Έχω χορέψει με τα τραγούδια του νύχτες. Έχω χορέψει μαζί μ’ ένα αγόρι που έμαθε να χορεύει με τη βία. Με τη βία που ασκούσε πάνω του ο άνθρωπος που ήθελε τόσο πολύ να μπορεί ν’ αγαπάει. Είμαι σίγουρη ότι το κορμί του θυμόταν τον πόνο και το μυαλό του θυμόταν το φόβο, όλ’ αυτά τα χρόνια, κάθε φορά, στις πρόβες, στη σκηνή. Φαίνεται, κουράστηκε να φοβάται.
Labels:
[100 λέξεις],
Michael Jackson,
πρόζα
δώρο
μ’ έφτασε η φωνή σου – όχι τα λόγια, λόγια δεν άκουσα, όχι – η φωνή σου: τα χρώματα, οι δονήσεις, οι κυματισμοί της γλίστρησαν τα μαλλιά μου, κύλησαν τη ράχη μου, άνοιξαν χώρο πλάι μου να χωρέσει η καρέκλα να καθίσεις κοντά μου - το κορμί σου ανάδυε το πικρό άρωμα της επιθυμίας που δε θέλει να χορτάσει - η ζεστή σου φωνή διέστειλε τον κύκλο γύρω απ’ το τραπέζι, διέστειλε το βράδυ, τη νύχτα, τις μικρές ώρες, σαν για ν’ αργήσει το πρωί, να προλάβει το χάδι, να ξαφνιάσει το ρίγος –και πώς να δεχτώ τον έρωτα που φέρνεις δώρο
με γυμνό οφθαλμό
Ο κυνηγός μεσουρανεί την ώρα που επιστρέφεις. Βλέπω τη ζώνη του με γυμνό οφθαλμό. Να ‘ρθεις και να πετάξεις τη ζώνη σου στο πάτωμα περιμένω. Ο γείτονας Σείριος κοιτάζει και βλέπει: πώς μας τυλίγει ο έρωτας, πάλι απόψε. Η άνοιξη ακόμα ψυχραίνει. Αύριο, επίσημα, ίση η μέρα με τη νύχτα. Εδώ, στο ένα σώμα, αντιστοιχεί το άγγιγμα στο τρεμούλιασμα. Σε σκεφτόμουν όλη μέρα και τρεμούλιαζα μέσα μου. Αναρωτιόμουν: με προδίδει το σώμα μου; Κοιτάζω τα πόδια σου - τόσο νωχελικά! - όπως μόνο εσύ ξέρεις να τα κινείς. Θα διαλυθώ, νομίζω. Ικετεύω τον αέρα ανάμεσά μας να στραφείς σε μένα.
μπάτης
σηκώνεται ένας μπάτης απ’ τ’ ανατολικά νερά, στέλνει την αύρα του κι αναστατώνει τον αέρα ως ψηλά στους δυτικούς λόφους - μόλις που ο ήλιος έχει γείρει πίσω από την κορυφογραμμή, ενώ για ώρα αρκετή ακόμη καθρεφτίζεται στη λευκή πόλη που απλώνεται μπρος στα μάτια, μπρος στα πόδια μας - δροσίζει το καυτό απόγευμα, δειλά όλα νωχελικά κινούνται, παράθυρα ανοίγουν, βγαίνει κόσμος στις αυλές, τα μπαλκόνια, μ’ έναν καφέ, ένα χυμό, ένα δροσιστικό κάτι καθένας στο χέρι του, ξεδιπλώνει ένα πάνινο κάθισμα, με μια φέτα καρπούζι τα παιδιά, ο χυμός του διατρέχει το λαιμό, λερώνει το ρούχο, τρέχουν τους δρόμους,
Wednesday
ξύπνημα
ξυπνά αργά, νωχελικά η άνοιξη, ανακλαδίζεται κι αναδεύει απαλά τον αέρα - ζεστό απ’ την ανάσα της, αρωματισμένο απ’ το κορμί της - εξαπλώνει αλμυρά, κυκλικά τα κύματα γύρω της - σαν μας φτάσουν θα τρέξει ένα ρίγος - τυλίγει τροχιές τα χρώματα του πρωινού ή του μεσημεριού - εκείνη την τρυφερή ώρα που ξυπνάς: αργά το πρωί, νωρίς το μεσημέρι, όταν όλοι έχουν φύγει και μόνη στο σπίτι κρατάς την ανάσα σου ν’ ακούσεις τη δροσερή του ησυχία - του απογεύματος, που μακραίνει λίγο ακόμα κάθε μέρα, ξετυλίγει τις διάφανες σκιές, ξεδιπλώνει σε ανθό το μπουμπούκι, εκτοξεύει τον πόθο,
Labels:
[100 λέξεις],
ποίηση,
πρόζα
Subscribe to:
Posts (Atom)