Showing posts with label διήγημα. Show all posts
Showing posts with label διήγημα. Show all posts

Monday

το δώρο της λήθης λησμόνησα

… Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία … (Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

‘‘Άφησε εμένα να βοηθήσω το ζώο’’, είπες απλώνοντας τα χέρια σου - τα όμορφα χέρια σου - κι ακόμα δεν είχες σηκώσει τα μάτια σου στα δικά μου.
Ένας από τους μαθητευόμενους κυνηγούς του πατέρα μου και του αδελφού μου είχε πληγωθεί. Με φώναξαν από την πλαγιά και πήγα να τον φέρω πίσω. Σχεδόν πριν την αυγή. Πώς βρέθηκες εκείνη την ώρα στο βουνό; Εσύ δεν κυνηγούσες. Εσύ μόνο βοηθούσες. Και προστάτευες. Όλα τα πλάσματα. Όλα τα πράγματα. Και ήξερες πώς να νοιάζεσαι. Ήξερες πώς να φροντίζεις. Έπαιρνες τις πληγές στα χέρια σου κι εκείνες γιατρεύονταν. Πώς βρέθηκες εκείνη την ώρα στο βουνό; Εσύ δε δούλευες. Ο μικρότερος της Αρχόντισσας. Ο λατρευτός της. Ο που είχε το απυρόβλητό της.
Ήσουν όμορφος. Και ήσουν καλός. Τους αγαπούσες όλους. Πώς μπορούσες; Όλοι σε μισούσαν. Απελπισμένα σε λάτρευαν. Ήσουν ο τέλειος. Ο τέλεια προστατευμένος.
Χαμογελούσες, ήλιοι τα μάτια σου. Σε αγαπούσα. Σκοτείνιαζες, βυθοί τα μάτια σου. Σε αγαπούσα. Κι αργότερα, όταν σου μιλούσα για την αγάπη μου, τα μάτια σου διάπλατα σαν ξάστερη μέρα.
Δε μίλησα. Η καρδιά μου αγαλλίασε. Άφησα το μικρό μου σκύλο στα χέρια σου. Λίγο πιο πέρα, κάτω από μια γέρικη ελιά πλάι στο μικρό ρυάκι, που οδηγούσε λιωμένο το χιόνι στο μεγάλο ποταμό για να βρει ύστερα τη θάλασσα, γονάτισες και τον απίθωσες πλάι σου. Έβγαλες από το δισάκι σου ό,τι χρειαζόταν. Εσύ πάντα είχες ό,τι χρειαζόταν. Ένα φύλλο από το γιατρικό. Μόλις θα το ‘χες κόψει - απ’ το δρόμο που ήρθες έχει γιατρικά ολόκληρη η ρεματιά, λες κι είναι σπαρμένα - τόσο που μοσχοβολούσε. Ένα μαντήλι για το δέσιμο.
Στάθηκα όρθια πλάι σας κι ένιωθα την εμπιστοσύνη του μικρού μου ζώου στα χέρια σου. Ένιωθα την εμπιστοσύνη στα χέρια σου. Ξημέρωνε. Από μακριά. Πίσω απ’ τα βουνά. Τα βουνά που μας προστάτευαν από τον έξω κόσμο. Τα βουνά που μας έκλειναν στο δικό μας κόσμο. Με κοίταξες. Πρώτη φορά με κοίταξες στα μάτια. Πρώτη φορά σήκωσες τα μάτια σου στα δικά μου. Ο ουρανός είχε το χρώμα των ματιών σου αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Ο μικρός μας τετράποδος δοκίμαζε το δρόμο του. Τα κατάφερνε να φυλάει το πληγωμένο του πόδι κάπως.
‘‘Καλημέρα, καλό δρόμο,’’ είπες.
‘‘Καλημέρα, σ’ ευχαριστώ.’’
Το μπλε τ’ ουρανού γινόταν αχνότερο τώρα μπρος στο μπλε των ματιών σου, καθώς ο ήλιος ανηφόριζε την ανατολή, ακόμα κρυμμένος πίσω απ’ τα οχυρωτικά βουνά μας.
Μόλις που έφτανα στο σπίτι και φάνηκαν απ’ τη δυτική ράχη ο πατέρας μου κι ο αδελφός να επιστρέφουν με το κυνήγι της ημέρας - κι ο ήλιος έβγαζε το ξανθό του κεφάλι απ’ την ανατολική πλαγιά. Ετοίμασα το γεύμα τους. Θα έφευγαν πάλι, για τ’ όργωμα τώρα.
Την άλλη μέρα ο μικρός μας κυνηγός φάνηκε να ξέχασε το τραύμα του και βγήκε να ξεκινήσει για το καθημερινό του ανηφόρι. Άκουσα τον αδελφό μου να του φωνάζει να μείνει πίσω στο σπίτι. Βγήκα στο κατώφλι:
‘‘Άφησέ τον ν’ ακολουθήσει. Θα βγω παραπάνω να τον φέρω που θα ‘χει μείνει πίσω.’’
Έβαλα το νερό στη φωτιά και βγήκα σε λίγο ν’ ακολουθώ από μακριά την κυνηγετική μου οικογένεια. Ο πιστός μας κυνηγός με περίμενε εκεί που σε είχαμε συναντήσει χθες και, καθώς έφτανα, μπήκε μες στα λιόδεντρα ως εκεί που μας περίμενες εσύ. Του άλλαξες το φύλλο το γιατρικό στην πληγή. Ύστερα κρύφτηκε. Ή δεν τον είδα άλλο πια. Ως που άκουσα το σιγανό του γαύγισμα και ήξερα ότι έπρεπε να επιστρέψω. Τον ακολούθησα. Έτσι γινόταν κάθε μέρα. Ως που ο χειμώνας ήρθε σκληρός και οριστικός.
Πέντε φεγγάρια από την αυγή που χαράξαμε το σημείο της αγάπης μας στον κορμό της αρχαίας ελιάς, εσύ άγνωστος κι ο μεγαλύτερός αδελφός σου επισκέφθηκαν το σπιτικό μου. Δεν άκουσα τον ήχο της φωνής σου εκείνο το βράδυ. Δεν αντίκρισα τα μάτια σου. Η χειραψία σου έφερε στον πατέρα και τον αδελφό μου ανατριχίλα. Ο αδελφός σου μιλούσε μόνο. Ζήτησε αυτό που ήξερες ότι δεν έπρεπε να ζητηθεί. Κι όταν έκανε να υποχωρήσει, σηκώθηκες. Καληνύχτα, αγαπημένε μου.
Το πρωί, καθώς ξυπνούσε το χωριό μας, είχα υψωθεί και τα έβλεπα όλα. Μακριά στο χώρο. Μακριά στο χρόνο. Άλλη μια φορά αγαπηθήκαμε μάταια. Καλημέρα, αγαπημένε μου.
Ο πιστός μας φύλακας με είχε ακολουθήσει ως την άκρη κι ύστερα, όσο εγώ ήμουν κοντά σου, βρήκε το μονοπάτι να κατέβει εκεί που είχα αφήσει το κορμί μου. Περίμενε μαζί μου μες στο χιονιά ως ν’ ακούσει τη σιωπή του ερχομού της αυγής. Τότε, σε οδήγησε σε μένα.
Έπαιξες τα μάτια σου μόλις έφτασα. Με είδες. Με σκεφτόσουν. ‘Θα τα καταφέρεις,’ έλεγες, ‘χωρίς εμένα.’ Ήταν εκείνος ο σιωπηλός νέος που με κοίταζε και ταραζόταν. Όχι άλαλος, όχι. Μα μιλούσε τόσο σπάνια. Και δε χαμογελούσε ποτέ. Όχι πως είχε δύστροπη καρδιά, κάθε άλλο. Μόνο που ήταν απέραντη η θλίψη του. Ήξερε όμως πώς να προστατεύει τους αδικημένους από το δίκιο του κόσμου και το σπίτι του ήταν μικρό κι ειρηνικό. Με τη γιαγιά του ζούσε πολλά χρόνια τώρα - οι γονείς του είχαν χαθεί. Και δεν ήταν φτωχός, είχε το μέρος του στη γη κι ήταν δουλευτής και πρόθυμος. Δεν θα μου έλλειπε ό,τι χρειαζόταν. Έτσι έλεγες στον εαυτό σου.
‘Ναι, ζήτησα αυτό που είχε δοθεί στη μητέρα σου από το δικό της πατέρα, αυτό που στο κρεβάτι του θανάτου της λίγο μετά τη γέννα είχε ορκίσει τον πατέρα σου να το κληροδοτήσει στο γιο τους. Ναι, ζήτησα αυτό που δεν θα μου επέτρεπε να πάρω εσένα. Έτσι έπρεπε. Έτσι. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Να φεύγαμε, έλεγα. Μα θα ‘βγαιναν στρατός από το σπίτι της Αρχόντισσας δούλοι κι αφεντικά και θα μας έφερναν πίσω. Να σκοτωθούμε, έλεγα. Μα δεν είμαι τόσο τολμηρός. Ούτε τόσο αμαρτωλός είμαι.’
‘Αμαρτωλός;’
‘Δε θέλω να ξέρεις. Δε θέλω να ξέρεις.’ Και μου έκρυψες πια τις σκέψεις σου.
Τότε υψώθηκα πάλι μακριά σου να δω τις περασμένες μέρες. Τη μέρα που δεν έφτασα στην αρχαία ελιά, το ίδιο βράδυ, στο τραπέζι, είπες σε όλους ότι ήταν η ώρα για το γάμο σου. Και ποια ήθελες να πάρεις; Εμένα. Τους άντρες διαπέρασε ένα ρίγος ηδονής. Τις γυναίκες ένα ρίγος οδύνης. Κοίταξες τα μάτια της μάνας σου κι εκείνη τα χαμήλωσε. Πρώτη φορά. Ύστερα τα σήκωσε πάλι γρήγορα ίσια στα δικά σου και είπε με τη σίγουρη φωνή της: ‘‘Ναι, θα μιλήσουμε πάλι γι’ αυτό αύριο.’’
Αύριο, η μητέρα σου πρωί - πρωί ήταν έτοιμη για ταξίδι: ‘‘Θα πάω στο μοναστήρι. Σα θα ‘μαι πίσω, θα κάνουμε ότι χρειάζεται για το γάμο σου. Στο μεταξύ δε θέλω να το συζητήσεις με κανέναν.’’
‘Σύμφωνοι, μάνα,’ άκουσε τη σκέψη σου. Άπειρα χρόνια είχαν περάσει, σου φάνηκε, από τότε που της μιλούσες με τη σκέψη σου.
Όλοι έλεγαν ότι αργούσες να μιλήσεις. Μ’ αφού δε χρειαζόταν. Έβλεπες, άκουγες, έτρεχες, γελούσες. Κι αν ήθελες κάτι έπιανες το φουστάνι της μάνας σου. Εκείνη κοίταζε μες στα μάτια σου και ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει να για σένα.
Σε μένα μίλησες πρώτη φορά, στην αυλή της εκκλησίας. Το ήξερα, επειδή το διηγούνταν. Κι από τότε είχα μάθει ότι δεν επιτρεπόταν να πλησιάζω την οικογένεια της Αρχόντισσας. Κανείς δεν ήξερε τι μου είχες πει ή αν εγώ είχα προλάβει ν’ αρθρώσω συλλαβή πριν με τραβήξει βιαστικά η μάνα μου μακριά σου. Το έβλεπα τώρα: ‘σ’ αγαπώ,’ είχες πει. Ύστερα πήγες θλιμμένος και τράβηξες το φουστάνι της μάνας σου - για πρώτη φορά θλιμμένος. Εκείνη κράτησε το χέρι σου σφιχτά κι όταν φτάσατε στο αρχοντικό με την άμαξα σε πήρε στη δροσερή σκιά της κάμαράς της και σου είπε: ‘μίλησέ μου τώρα γιε μου με όλες τις λέξεις που ξέρεις.’ Μίλησες πολύ ώρα ως που έφυγε όλη η θλίψη. Ύστερα χώθηκες στο στήθος της, θήλασες κι αποκοιμήθηκες.
Κάθε φορά που η μάνα έλλειπε στο μοναστήρι, όλα στο σπίτι γίνονταν όπως όταν ήταν εκεί. Εκείνο το βράδυ, όμως, ο μεγαλύτερος αδελφός διέταξε τις γυναίκες να φάνε στην κουζίνα γιατί οι άντρες είχαν να συζητήσουν στην τραπεζαρία. Εκείνο το βράδυ έμαθες το μυστικό νόμο που από πολλές γενιές τηρούνταν στον αρχοντικό οίκο και που οι αδελφοί σου είχαν διδαχθεί από τους θείους τους, αφού ο πατέρας σας έφυγε νωρίς. Σα θα γινόταν ο γάμος σου, θα μπορούσες να έχεις τη γυναίκα σου την πέμπτη νύχτα, αφού θα της είχαν μάθει πρώτα οι μεγαλύτεροι τα συζυγικά καθήκοντα. Κι εσύ θα είχες τις δικές τους γυναίκες τις τέσσερις πρώτες νύχτες του γάμου σου, για να σου μάθουν ποια είναι τα δικά σου.
Σπάραξαν τα σπλάχνα σου, μα ούτε το βλέφαρό σου δεν κινήθηκε. Δεν είπες λέξη. Άντεξες τα αδελφικά χτυπήματα στον ώμο ενώ εντός σου αιμορραγούσες. Ξάπλωσες στο κρεβάτι σου και με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι κατανόησες όλη τη δυστυχία του αρχοντικού οίκου. Τις μαραμένες γυναίκες, για τις οποίες οι αδελφοί σου έλεγαν πόσο ήταν ανήθικες, αφού τις είχαν οι ίδιοι εξαναγκάσει. Το χωριό κι όλα τα χωριά τριγύρω που ήταν μεγάλη συμφορά θαρρούσαν, αν κάποιος από τον αρχοντικό οίκο ήθελε την κόρη τους για γυναίκα του. Και τη μάνα. Αυτό εννοούσαν οι θείοι όταν έλεγαν: ‘Μόνο τη μάνα σας ξέρετε, λεβέντες μου, σίγουρα. Και μόνο ότι είσαστε από το ίδιο αίμα με τον πατέρα σας.’ Έπρεπε πριν γυρίσει η μάνα. Έπρεπε πριν γυρίσει η μάνα να έχεις φύγει. Είχες ακόμα δυο βράδια.
‘Όμως, αγάπη μου, δεν είναι έτσι. Μα πού πας αξημέρωτα;’
‘Έτσι είναι καλή μου. Πάω να φροντίσω την πληγή σου.’
Βγήκες μέσα στη νύχτα του χιονιά. Ίσως το φως που είχα γίνει να μαλάκωνε λίγο το παχύ σκοτάδι μπρος από τα μάτια σου. Έφτασες στο παράθυρο της κουζίνας της γιαγιάς. Χτύπησες σιγά. Άνοιξε. Είχε κιόλας σηκωθεί κι άναβε τη φωτιά. Ο σιωπηλός της εγγονός θα ξυπνούσε αργότερα. Της τα είπες όλα. Σε άκουγε, μα ήξερε. Όλοι τα ήξεραν. Όλα τα ήξεραν. Θα έφευγες της είπες πάλι για το βορρά, για τη χώρα όπου μεγάλωσες κι ανδρώθηκες και σπούδασες. Ναι, κατέβαινε ο πόλεμος - ακριβώς γι’ αυτό θα ήσουν χρήσιμος εκεί. Να παντρέψει μόνο τον εγγονό της με μένα και θα είχε ό,τι ήθελε. Θα άφηνες παραγγελία στη μάνα σου. Όχι. Πώς να την περιμένεις; Πώς να κοιτάξεις τα μάτια της πάλι; Έκρυψες το πρόσωπό σου.
‘‘Η μάνα σου, γιε μου, έχει πέντε γιους κι είναι όλοι από τον άντρα της. Οι νεώτεροι αδελφοί του σκότωσαν τον πατέρα σου, λίγο μετά που γεννήθηκες εσύ, μόλις που είχε πεθάνει ο παππούς σου. Τον σκότωσαν με το φαρμάκι που τους κοίμιζε η μάνα σου τις νύχτες που πήγαιναν στην κάμαρά της. Ήταν η μόνη ευτυχισμένη γυναίκα στο σπίτι. Και διψούσαν να ρουφήξουν τη χαρά της. Η μάνα σου δεν είχε πια άλλο φαρμάκι, όταν τη βρήκε ο νεώτερος τη νύχτα του γάμου του. Κανείς δεν τόλμησε να ρωτήσει πώς του ακύρωσε τα μέλη. Το πρωί, μπροστά στους έντρομους κουνιάδους της, όρισε τον εαυτό της Αρχόντισσα. Ήταν η χήρα του μεγαλύτερου. Κανείς δεν την πλησίασε πια. Μόνο που, μη ξέροντας πώς να μιλήσει με τους γιους της, άφησε τα ‘αντρικά’ απείραχτα. Δεν τολμούσε άλλωστε κι εκείνη να φανερώσει ό,τι όλοι ήξεραν - ούτε τους δολοφόνους ούτε το μυστικό της. Ήταν αναγκασμένη να προσποιείται ότι τον άντρα της τον βρήκε ξαφνικό θανατικό. Αργότερα, που η βούλησή της ήταν πιο ισχυρή κι αφού είχατε μεγαλώσει αρκετά, φρόντισε ένας - ένας οι αδελφοί του άντρα της να ξεχωρίσουν το μερτικό τους στη γη και να πάρουν τις οικογένειές τους, να κατοικήσουν άλλα σπίτια. Αλλά ο νόμος τους έχει περάσει και σε τούτη τη γενιά. Γι’ αυτό πήγε στο μοναστήρι προχθές. Να φέρει το φαρμάκι του ύπνου. Να σε φυλάξει απ’ το κακό. Να φυλάξει το γάμο σου, τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου και τα δισέγγονά σου.’’
Αυτά είπε με μια ανάσα η γριά γυναίκα και δεν ήξερες πού είναι το καλό και πού το άδικο. Δεν ήξερες για ποιο να κλάψεις από τη χαρά, για πιο να ουρλιάξεις απ’ τον πόνο. Για πρώτη φορά δεν ήξερες.
Μόλις που είχε πάρει να χαράζει κι ένα βουητό σηκώθηκε. Ο θρήνος των πουλιών πάνω απ’ το κορμί μου. Σωπάσατε ν’ αφουγκραστείτε. Το σιγανό γαύγισμα του Πιστού στην πόρτα. Η γριά γυναίκα άνοιξε. Έτρεξες πίσω του. Ακολούθησαν. Όλο το χωριό κίνησε μες στο χιονιά σχεδόν αξημέρωτα. Κάποιοι στάθηκαν στην άκρη του γκρεμού. Μαζί ο πατέρας κι ο αδελφός μου. Συνέχισες ν’ ακολουθείς τον Πιστό στο απόκρημνο μονοπάτι. Σκίζονταν τα ρούχα σου. Συνέχιζες. Μάτωνε το κορμί σου. Έφτανες. Είδες. Άγγιξες. Ψηλάφισες. Ήξερες. Δεν είχα πεθάνει μόνη μου. Μαζί με το παιδί μας. Αν ήξερες. Αν το ήξερες. Αν ήξερες όλα όσα έμαθες τόσο ξαφνικά, τόσο άτοπα. Αν δε βιαζόσουν ν’ αποφασίσεις πριν δοκιμάσεις πάλι να κοιτάξεις στα μάτια τη μάνα. Αν περίμενες τη μάνα. Αν… Αν… Αν…
‘Δεν πειράζει, αγαπημένε μου. Στ’ αλήθεια, δεν πειράζει. Θα δοκιμάσουμε πάλι. Θα τα καταφέρουμε την άλλη φορά. Την άλλη φορά.’
‘Την άλλη φορά.’
Έμεινες ασάλευτος εκεί πολλές ώρες. Κατέβηκαν κι άλλοι. Ο αδελφός μου. Πήραν το κορμί μου. Έφυγαν. Είμαστε πάλι οι δυο μας. Οι τρεις μας. Σιωπηλοί. Ο Πιστός γάβγισε σιγανά. Ήταν ώρα. Πήγες απ’ το σπίτι. Πήρες τα απαραίτητα. Το άλογό σου. Έφτασες στο μοναστήρι πριν το σκοτάδι. Καθίσατε, εσύ κι η μητέρα σου, αντικριστά στο τραπέζι, κοιτάξατε ο ένας τον άλλο μες στα μάτια και τα είπατε όλα δίχως ν’ ακουστεί μια λέξη.
Το πρωί έφυγες. Λίγες μέρες αργότερα πέρασες τα σύνορα. Ερχόταν ο πόλεμος. Χρειάζονταν γιατρούς. Χρειάζονταν ιπτάμενους.
Ήμουν μαζί σου σε όλο το ταξίδι. Ύστερα στην εκπαίδευση. Ήμουν μαζί σου σε όλα τα ταξίδια. Σε όλες τις πτήσεις. Στο πίσω μέρος του μυαλού σου, όπου δεν έβλεπες εσύ, μα όπου από μένα δεν μπορούσε να κρυφτεί, κατοικούσε πάντα η σκέψη πότε και πώς θα πέσεις από ψηλά να με ακολουθήσεις. Ήμουν εκεί και σου θύμιζα ότι η μητέρα σου περιμένει να τελειώσει ο πόλεμος και να σε δει ν’ ανηφορίζεις την πλαγιά για το μοναστήρι. Αλλά πονούσες πολύ. Υπόφερες για ό,τι χάσαμε. Ενώ εγώ ήμουν ελεύθερη να μην πάσχω πια. Μόνο άκουγα, έβλεπα και πετούσα. Πετούσα μαζί σου. Και φρόντιζα να στέλνω στην καρδιά σου την ελπίδα.
Πετούσαμε πάνω από τη χώρα μας, δυτικότερα από τα βουνά μας. Κατεβαίναμε τις πύλες και μπαίναμε στην ήπειρο. Ύστερα στην έρημο. Ύστερα πάλι πίσω. Σε μια επιστροφή, στράφηκα στο οροπέδιό μας και είδα τους ανθρώπους του. Ο πόλεμος δεν τους έφτασε, μόνο το βάσανο της φτώχιας και του φόβου. Σήκωσα το βλέμμα στην πλαγιά, στο μοναστήρι. Η μητέρα σου έλλειπε. Είχε ελευθερωθεί. Δεν μπόρεσα να σου το πω. Μα ούτε να σου λέω ψέματα μπορούσα. Και σώπασα.
Ήσουν έτοιμος τώρα. Κι ούτε που ήθελα να σ’ εμποδίσω πια. Λαχταρούσες ν’ απαλλαγείς απ’ τα δεσμά. Απ’ την οδύνη του νου, που δεν κατανοεί ότι η ζωή έχει άπειρους τρόπους να συνεχίσει τη ζωή της. Στο επόμενο ταξίδι, το αεροπλάνο σου έπεσε στην έρημο.
Εκτοξευτήκαμε στο φως. Μαζί. Ιδού, τα δώρα μας: η Συγνώμη, η Ειρήνη... κι άλλο ένα. Ναι, είναι κι άλλο ένα. Εσύ το κράτησες. Εγώ κάπου το έχω λησμονήσει._

Thursday

ήταν ωραία η φωνή του

… Μένει ωστόσο ένας φόβος, Μήπως έχεις ξεπεράσει την αγάπη … (Γιούλη Κουγιά, Ημερολόγιο σε Φόντο Παραμυθιού)

Καλημέρα, ψιθυρίζει μέσ’ απ’ τα σεντόνια της. Είναι ακόμα σκοτεινά. Φέγγει μόνο το ρολόι. Τέσσερις. Σφίγγει το δεύτερο μαξιλάρι μι’ αγκαλιά. Πόσα χρόνια κοιμάται μόνη δίχως ν’ αποχωριστεί τα δύο μαξιλάρια. Τώρα είναι κι αυτή η καινούργια συνήθεια: Το αξημέρωτο ξύπνημα. Δε θέλει να κάνει τίποτ’ άλλο τέτοια ώρα. Μόνο ένα τσιγάρο ίσως και προσπαθεί να κοιμηθεί ξανά. Αργότερα, την ξυπνούν τα πουλιά.
Καλημέρα Έρωτα, σιγοτραγουδά στον καναρίνο της, ενόσω τον περιποιείται. Κάθε μέρα ξεκινά μ’ αυτή τη λέξη την ημέρα της. Η επίσκεψη στη βεράντα είναι η πρώτη πρωινή εργασία. Ύστερα μπαίνει πάλι μέσα από το κρύο. Θερμοσίφωνας, καφετιέρα, τροφή στο ενυδρείο. Καφές, τσιγάρο, μπάνιο, έξω. Έξω πού; Έξω στον κόσμο, στην δουλειά, στο γραφείο.
Σάββατο σήμερα, ακούει μόλις μπαίνει μες στο λεωφορείο. Κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Όχι, δε γυρίζει σπίτι. Θα επιστρέψει αργότερα στον μοναχικό μικρό παράδεισό της. Τώρα συνεχίζει με τα πόδια. Η καρδιά κατευθύνει. Τα βήματα υποδεικνύουν την απόφαση. Πάλι θα σκαρφαλώνει τους λόφους της Ακρόπολης. Από κει το βλέμμα της θα κυλήσει τριγύρω στην πόλη. Πάνω απ’ το λόφο του Αρείου Πάγου θα ρουφήξει την ανατολή, θα χαιρετήσει το Σαρωνικό - θα φαινόταν τώρα από δω αν δεν τον σκέπαζε η πρωινή ομίχλη.
Κατοικεί την Αθήνα τόσα χρόνια. Κάθε που κάτι αναστατώνει την καρδιά της, φορά παλτό την μοναξιά της και την σεργιανίζει ως τον Παρθενώνα. Σήμερα δεν κυκλοφορεί ψυχή εδώ πάνω. Μόνο αδέσποτα σκυλιά. Και πάντα φοβάται τα ελεύθερα ζώα. Α, να κι ένας άνθρωπος. Περίσσια αδέσποτος αυτός. Ας κάνει μια βόλτα απ’ τη λεωφόρο. Σε λίγο θα φτάσουν τα τουριστικά. Είναι απλώς πολύ πρωί ακόμα. Θα χαθεί ανάμεσα στις οργανωμένες παρέες των ταξιδιωτών, ακούγοντας γλώσσες που δεν καταλαβαίνει, ψάχνοντας την πιο ωραία φωνή της ημέρας. Αυτό είναι το παιχνίδι. Λατρεύει τις ωραίες φωνές. Λατρεύει μ’ αυτόν τον τρόπο την φωνή της. Είναι ο ναρκισσισμός που επιτρέπει στον εαυτό της. Κι έχει φτιάξει αυτό το παιχνίδι για συντροφιά στους περιπάτους της. Όταν δεν ξέρεις τη γλώσσα, ώστε να παρακολουθείς τα λεγόμενα, ξεχωρίζεις καλλίτερα ποια φωνή είναι στ’ αλήθεια πιο ωραία.
Υγρό το πεζοδρόμιο. Μα όχι, δεν έχει βρέξει τη νύχτα, θα το άκουγε. Η καρδιά της την ξυπνάει όταν βρέχει. Ακόμα και στο πιο αθόρυβο ψιλόβροχο ξυπνά. Το τραγούδι της βροχής είναι γιατρειά. Παίρνει τις σκέψεις της ταξίδι και την ανακουφίζει. Ύστερα, όταν τις αφήνει πάλι πίσω μες στο νου της, καμιά δεν είναι ίδια όπως πριν. Σα να ‘χουν ελαφρώσει τόσο, που μπορεί ν’ αφήσει το έδαφος και να υψωθεί. Γιατί δεν έχει τίποτ’ άλλο επάνω της βαρύ. Κάτι να την κρατά γερά και σταθερά σ’ αυτή τη γη. Μόνο την ανεξάντλητη πηγή, την αδιάκοπη σκέψη.
Η γειτονιά του Θησείου μοιάζει ν’ αρχίζει να ξυπνά. Τα καφέ ακόμα κλειστά. Αργοσεργιανίζει μες στα στενά δρομάκια, ανάμεσα στα παλιά σπίτια. Άλλο καμαρώνει αναστηλωμένο, άλλο γέρνει κάτω απ’ το βάρος της αθλιότητας. Στον πεζόδρομο της Ηρακλειδών φαίνεται να συμβαίνει η διαδήλωση των σκουπιδιών. Άπειροι κάδοι στην σειρά, σακούλες ξεχειλίζουν και γατιά ψαχουλεύουν με τα μπροστινά. Όχι, δεν είναι εκείνη που φοβάται τα ελεύθερα ζώα. Πώς είχε αυτήν την εντύπωση ως τώρα. Όχι, δεν είναι έτσι, σίγουρα. Το αντιλαμβάνεται μεμιάς, καθώς αντικρίζει αυτήν την υπέροχη ξανθιά μαμά κυρία γάτα, με τα τριανταφυλλένια μάτια. Όχι, δεν φοβάται τ’ αδέσποτα ζώα. Εκείνη τα τρομάζει, αντίθετα. Έτσι που κυκλοφορεί την αδέσποτη ζωή της, δίχως να τολμά κάτι να εμπιστευθεί και κάπου ν’ ακουμπήσει την καρδιά της μια βραδιά ή μια στιγμή.
Gallery Αίγλη. Ένα πανέμορφο ανακαινισμένο παλιό δίπατο. Γνωρίζεται καλά μαζί του - και με τον εσωτερικό του κόσμο. Τρία φθινόπωρα πίσω. Πραγματοποιούσε εδώ την πρώτη, σε πράξη νόστου, έκθεσή του. Έλεγε θα έμενε πια εδώ, στον τόπο της καταγωγής του. Αλλά πάει τόσος καιρός που δεν έχει ούτε ακούσει την φωνή του. Ούτε γράμμα του πήρε ποτέ. Ούτε μια κάρτα. Ένα αντίο σ’ εκκρεμότητα.
Κάπως έτσι, σαν τώρα. Ένας παρορμητικός φθινοπωρινός Σαββατιάτικος περίπατος. Απογευματινός τότε. Είχε περάσει πάλι απ’ την Ακρόπολη στο Θησείο. Λίγα ήξερε από ζωγραφική. Και για πρώτη φορά βρισκόταν σε μια αίθουσα τέχνης. Τώρα ξέρει λίγα μόνο παραπάνω. Δε θυμάται τι την παρακίνησε να περάσει εκείνο το κατώφλι. Ίσως κάποια κουβέντα να της είπε η εικόνα της αφίσας. Γιατί αυτό ήταν όλο κι όλο. Οι ζωγραφιές του μιλούσαν μέσα στην καρδιά της. Πήγαινε ξανά και ξανά, μένοντας με τις ώρες αντικρύ τους.
Κάποιο βράδυ της μίλησε ο ίδιος. Δεν τον είχε προσέξει ως εκείνη τη στιγμή. Σε άλλο πρόσωπο είχε προσδώσει την ιδιότητα του αγαπημένου της ζωγράφου. Ποτέ δεν κατάφερε να κρίνει τους ανθρώπους. Την ηλικία τους ή το επάγγελμά τους. Ήταν όμορφος. Πώς δεν το είχε φανταστεί. Πώς θα μπορούσε να ‘ναι άλλος. Μόνο ο πιο όμορφος. Την έβλεπε βαθιά μέσα στα μάτια. Και ήταν ωραία η φωνή του. Από τότε δεν έλειψε ούτ’ ένα βράδυ. Κι έφευγε πάντοτε μαζί του.
Σεργιάνιζαν ώρα πολλή πάνω το λόφο. Άφηναν πίσω τα μεσάνυχτα. Μετρούσαν τ’ αστέρια, όσα έβλεπαν. Ήξεραν καλά, τους κοίταζαν πολλά περισσότερα. Τα καλούσαν με τα ονόματά τους, ψάχνοντας προς τα ‘κει που θα ‘πρεπε να ήταν, πίσω απ’ τον ουρανό που θόλωναν τα φώτα της πόλης. Και ρουφούσαν τα πρώιμα ψιλόβροχα. Έφταναν στο σπίτι της πάντοτε με τα πόδια. Αυτό τη μάγευε. Πως ήταν ελεύθερη να περπατά μες στην πόλη ολόκληρη τη νύχτα. Άφηνε γεμάτη δυνατό καφέ την ζεστή κανάτα, όταν έφευγε νωρίς τα καθημερινά πρωινά, ενώ εκείνος ακόμα κοιμόταν. Και μ’ ένα αδέξιο σκίτσο του μηνούσε καλημέρα.
Ύστερα, ένα βράδυ, έγιναν όλα διαφορετικά. Εκείνο που κράτησε ο ουρανός την καταιγίδα ατέλειωτα. Η έκθεσή του είχε λήξει λίγες μέρες πριν. Είχαν αδειάσει οι αίθουσες λίγο νωρίτερα. Τελευταία στιγμή, αποφάσισε να μη συνοδέψει τα έργα του πίσω στο ατελιέ. Παρότι μέχρι χτες διαρκώς ετούτο έλεγε, πόσο συνδεδεμένος ήταν με κάθε πινελιά του, που είχε εκτεθεί. Οι κριτικές δεν ήταν καλές. Ήταν, θα έλεγες, άσχημα προκλητικές. Οι πωλήσεις ανύπαρκτες. Κι ο ίδιος σε κάθε ευκαιρία δήλωνε ότι αυτό δεν ήταν κάτι που τον αφορούσε.
Έμειναν εκεί, μες στους ολόγυμνους χώρους. Ξάπλωσαν πάνω στα παλτά τους. Άκουσαν ως το τέλος όλα τα όμβρια ορχηστρικά. Έσμιξαν στις κορυφώσεις τους ξανά και ξανά. Λες κι ήταν η τελευταία νύχτα. Το ήξερε άλλωστε, έτσι ήταν. Ακριβώς ό,τι δεν ήθελε. Να γνωρίζει από πριν, να γνωρίζει ό,τι είναι αν συμβεί. Εκείνο που ακόμα ως τώρα δε γνώρισε είναι τι τους ένωνε μα ούτε τι τους χώριζε. Τους νανούρισαν τα ρυάκια που γέννησε η βροχή κι εκεί πάνω στο γυμνό ξύλινο πάτωμα αποκοιμήθηκαν.
Ολόκληρη η πόλη είχε πια για τα καλά ξυπνήσει, όταν άνοιξε τα μάτια της. Κοιμόταν ακόμα βαθιά στο πλάι της. Τράβηξε μαλακά το παλτό της κάτω απ’ το σώμα του. Στάθηκε μια στιγμή γονατιστή κοντά του. Δεν ήξερε τι να πει ούτε πώς να μιλήσει. Δε βρήκε λόγο κι αφορμή να τον ξυπνήσει. Είχαν περάσει λες αιώνες μέσα στην σιωπή. Απ’ το προηγούμενο βράδυ, αφού είχαν καληνυχτίσει τους μεταφορείς, δεν είχαν ανταλλάξει ούτε μια λέξη. Τυλίχτηκε τον αποχωρισμό της, κατέβηκε ξυπόλυτη τις σκάλες, έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω της. Δεν ήταν ο τρόπος για να εκφράσει την αποδοκιμασία της. Τον λατρεύει πάντα, ως τα μύχια της ψυχής της. Ήθελε απλώς μ’ αυτόν τον τρόπο να του πει ότι ήταν ελεύθερος, αληθινά ελεύθερος να πάει εκεί ακριβώς που αγαπάει. Και δεν τον είδε από τότε.
Ένας ζεστός καφές σε χάρτινο ποτήρι, από το τόσο δα μικρό βρώμικο ημιυπόγειο. Και βέβαια δεν θα σταθεί εδώ μέσα να τον πιει. Δεν υπόσχεται κάτι καλλίτερο ο άνθρωπος που καθαρίζει. Απλώς είναι το πρώτο καφέ που φαίνεται ν’ ανοίγει. Ας πάρει να επιστρέφει τώρα. Ας σταθεί να τυλίξει το τσιγάρο της πρώτα. Εδώ σ’ αυτά τα σκαλοπάτια. Ενοικιάζεται ή Πωλείται. Μέσα στην εγκατάλειψή του είναι. Ας μπει μέσα στον λόφο της Ακρόπολης, επιστρέφοντας. Αν και δεν ξέρει σίγουρα πόσο θα το άντεχε τώρα, αυτό το παιχνίδι με μιας άγνωστης γλώσσας τα χρώματα.
Άγνωστη της ήταν και η γλώσσα της ποίησης παλιότερα. Αλλά καθώς ο πόνος έπαιρνε τον χρόνο του, διεκδικούσε ύστερα τον χώρο του. Και του έστρωσε λευκό χαρτί για ν’ απλωθεί. Απόθεσε εκεί ό,τι οι ζωγραφιές του μυστικά της είχαν πει. Για το σκοτάδι, για το φως, για το γιατί. Ναι, πράγματι είχαν γίνει ένα ολόκληρο βιβλίο ήδη. Α, όχι δεν είχε πρόθεση να το εκδώσει. Για ποιο λόγο, άλλωστε. Το άκουγε από παντού, η ποίηση δεν πουλούσε. Αν και κανείς δεν άκουσε ποτέ εκείνη να λέει ότι είχε καταπιαστεί να γράφει. Ούτε με τον εαυτό της δεν το συζητάει.
Ένα ξέρει, αυτό είναι ό,τι αγαπάει: να γράφει. Ένα τραπέζι πλάι στο παράθυρο, πολλά μολύβια κι ατέλειωτες κόλλες λευκό χαρτί. Δεν φαντάζεται τον εαυτό της να κουράζεται. Αντίθετα. Εκείνο που τη δυσκολεύει όλο και περισσότερο κάθε μέρα, είναι πώς να σηκωθεί απ’ το γράψιμο για να μπει στην ευλογημένη καθημερινότητα της ζωής της. Ναι, είναι ευλογημένη η ζωή της. Αφού κάθε μέρα γράφει κάτι καινούργιο. Αφού κάθε μέρα κάτι καινούργιο κατακτά μέσα της. Είναι άπειρα όλα αυτά τα μυστικά, που τις έχουν εμπιστευθεί η ζωγραφιές του. Μπορεί να γράφει για όλη της την ζωή. Μπορεί να φτιάξει άπειρα βιβλία από τα μυστικά της καρδιάς της. Το πρώτο βιβλίο τους έχει κιόλας ολοκληρωθεί. Λες μια μέρα κάτι απ’ όλ’ αυτά να εκδοθεί.
Ισπανοί στην Ακρόπολη. Στην Ισπανία είχε σπουδάσει. Μάλλον θα έχει γυρίσει εκεί. Gallery Αίγλη. Αίγλη. Αυτό είναι. Το όνομά της για το πρώτο βιβλίο. Το όνομά του γι’ αυτήν. Το όνομά της για εκείνον. Αυτό το όνομα χρειάζεται για να υπογράψει αυτή τη συλλογή. Πώς δεν το σκέφτηκε ως τώρα. Ναι, είναι ελεύθερη από το όνομά της και μπορεί. Μπορεί να στείλει στους εκδότες τα κείμενά της. Μπορεί να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό τα μυστικά της. Άλλωστε πώς θα συνεχίσει να γράφει; Πώς θα προχωρήσει στα επόμενα αν δεν αφήσει ελεύθερα τα προηγούμενα! Καλημέρα, ψιθυρίζει. Σ’ ευχαριστώ πολύ για τον έρωτα που μου χάρισες, Αίγλη. Καλημέρα, σ’ ευχαριστώ για τον κόσμο μου, στον οποίο με φανέρωσες, Έρωτα. Αίφνης βιάζεται να βρεθεί στο σπίτι. Βγαίνει και κατηφορίζει. Οι Ισπανοί κατηφορίζουν φλυαρώντας γύρω της. Η ακοή της εστιάζει σε μια φωνή. Στην φωνή του. Μένει ακίνητη. Δεν τολμά να γυρίσει να κοιτάξει. Ναι, είναι η φωνή του, η δική του φωνή. Η ωραία φωνή του. Ξεναγός. Οι Ισπανοί συνεχίζουν να κατηφορίζουν. Την πλησιάζει η φωνή του. Σταματά ακριβώς εδώ, στο πλάι της. Την έχει δει. Γυρίζουν αντικρύ. Παίρνει τα χέρια της. Τα φιλά. ‘Σ’ αγαπώ πολύ.’ Οι Ισπανοί έχουν βγει στο δρόμο. Ανάμεσα τους κι εκείνος. Και το τελευταίο κομμάτι του παζλ έχει τοποθετηθεί στην θέση του. Εκείνο το σ’ αγαπώ - που της έλλειπε τόσο - που δεν είχε ειπωθεί εκείνο το φθινόπωρο. Τώρα είναι πράγματι έτοιμη.
Συνεχίζει να στέκει στο ίδιο σημείο ακίνητη. Οι Ισπανοί έχουν μπει στο λεωφορείο τους, τον έχουν πάρει μαζί τους. Αλλά έχει μείνει το σ’ αγαπώ του εδώ πίσω. Χουζουρεύει μες στο παλτό της. Εντέλει κινητοποιείται κι επιτέλους παίρνει τον δρόμο της. Τρέχει σπίτι. Σημειώνει το καινούργιο όνομα στο τετράδιο της και τρέχει στο γειτονικό βιβλιοπωλείο. Φωτοτυπίες. Έντεκα αντίτυπα. Γιατί έντεκα. Γιατί ονειρεύτηκε την μητέρα της. Της πρότεινε ένα ασημένιο κλειδί, λέγοντας το κλειδί είναι το έντεκα. Και φακέλους. Πίσω στο σπίτι. Έχει τον οδηγό της τελευταίας έκθεσης βιβλίου. Αντιγράφει διευθύνσεις εκδοτικών οίκων. Στην τύχη. Με κλειστά τα μάτια ξεφυλλίζει και όπου το δάχτυλό της σταματήσει. Το ταχυδρομείο του Συντάγματος τα Σάββατα μένει ανοιχτό. Αυτό ήταν όλο. Πώς δεν το είχε κάνει τόσον καιρό.
Βρίσκεται στο τέταρτο φθινόπωρο, όταν αρχίζει να βρίσκει στο ταχυδρομείο της απαντήσεις από κάποιους εκδότες. Στην πρώτη επιστολή δεν ξέρει τι να κάνει. Στη δεύτερη αρχίζει να προσκαλεί στην μνήμη της το περυσινό Σαββατιάτικο πρωινό. Πώς γίνεται και σαν να το είχε ολότελα ξεχάσει. Δεν είναι δυνατόν. Ανοίγει όλα τα συρτάρια. Ψάχνει τα χαρτιά και τα τετράδια. Μα ναι, από εκείνη την ημέρα που ταχυδρόμησε τα δοκίμια δεν έχει γράψει πάλι ούτε πινελιά. Πινελιά. Απλώνεται επάνω στο χαλί. Κλείνει τα μάτια στο ταβάνι. Δεν θέλει να ξέρει άλλο τίποτα γύρω από ζωγραφιές και ποιήματα. Θέλει εκείνον που την αγαπά, αλλά ποιος ξέρει πόσους κόσμους βρίσκεται τώρα μακριά.
Όταν λίγες εβδομάδες αργότερα ένας τρίτος εκδότης απαντά θετικά, αποφασίζει πως, ναι, είναι μια ποιήτρια. Έστω για ένα βιβλίο. Έστω και μόνο για κείνον. Έστω για ό,τι έζησε σ’ ένα φθινόπωρο μαζί του. Τελικά δεν είναι τόσο δύσκολο. Οι άνθρωποι είναι συμπαθέστατοι και αρκετά συνεργάσιμοι. Φαίνονται μάλιστα συγκινημένοι απ’ τα γραπτά της. Είναι αληθινή ποίηση. Φυσικά θα επιβαρυνθεί τα τυπογραφικά έξοδα. Εντάξει, ας γίνει έτσι αυτό. Το ποσό δεν είναι απαγορευτικό. Μόνο να, θα ήθελε εκείνον τον πίνακα εκείνου του ζωγράφου για το εξώφυλλο. Α, μα τα βιβλία της ποίησης είθισται να είναι λιτά. Ένα παλιό χαρακτικό, ίσως. Κι ύστερα οι καλλιτέχνες ζητούν συνήθως πολλά χρήματα. Καλά, θα κοιτάξουν να τον βρουν και θα το διαπραγματευθούν όσο μπορούν καλλίτερα. Ναι, φυσικά, δεν θα ακουστεί το όνομά της. Ανάλογα με την ανταπόκρισή του, θ’ αποφασίσει η ίδια αργότερα γι’ αυτό. Για την ώρα, όταν τον ανακαλύψουν, θα του προτείνουν το δοκίμιό της όπως είναι, με το ψευδώνυμο. Ψευδώνυμο.
Μπαίνει στο πέμπτο φθινόπωρο της ζωής της. Όχι, είναι τριάντα πέντε χρονών. Αλλά από εκείνο το πρωί, που κατέβηκε ξυπόλυτη την άδεια gallery, έχει αποφασίσει έτσι να μετράει. Πρώτο φθινόπωρο αυτό, το δίχως ένα σ’ αγαπώ. Η πληγή μένει ακόμα ανοιχτή. Είναι αλλιώς η ανάγκη. Το σ’ αγαπώ θέλει να κυλήσει επάνω σε γυμνό κορμί.
Προχθές τηλεφώνησε ο εκδότης. Είχε περάσει τόσος καιρός. Πάλι το είχε ξεχάσει σχεδόν. Να, βρήκαν εκείνον τον ζωγράφο. Εδώ, εδώ στην Αθήνα. Δεν ασχολείται πια με την ζωγραφική. Δεν ήθελε να τους ακούσει. Επέμειναν όμως πολύ, αφού κι εκείνη σε αυτό μονάχα ήταν ανένδοτη. Τέλος, τους έδωσε την ταχυδρομική του διεύθυνση. Έστειλαν το φωτοτυπημένο τετράδιό της. Ελπίζουν κι εύχονται να έχουν σύντομα θετική απάντηση. Αιφνιδίως σώθηκε, την τελευταία στιγμή. Το άλλο τηλέφωνό χτύπησε, ο εκδότης βιάστηκε να κλείσει κι εκείνη δεν πρόλαβε να ρωτήσει ποια είναι η διεύθυνσή του.
Το Σαββατοκύριακο δεν σήκωσε καθόλου το τηλέφωνο. Δεν άνοιξε την πόρτα όταν της χτύπησαν. Έμεινε ατέλειωτες ώρες ξαπλωμένη πάνω στο χαλί. Γέμισε το ταβάνι ερωτηματικά. Τόσα χρόνια μες στην ίδια πόλη: Πού ακριβώς να μένει; Γιατί δεν συναντήθηκαν άλλη μια φορά! Έτσι όπως πρόπερσι, τάχα τυχαία! Γιατί δε δόθηκε μια ακόμα ευκαιρία! Να ‘ναι κι εκείνος μόνος του ακόμα! Εκείνο το σ’ αγαπώ θα γίνει να το ακούσει ξανά!
Σ’ όλη της την ζωή ποτέ, ποτέ δε θα ξεχάσει αυτό το σχόλασμα Δευτέρας. Ήταν εκεί απέναντι στην έξοδό της, αγκαλιάζοντας το αντίγραφο χειρόγραφό της. Την έβλεπε βαθιά μέσα στα μάτια. ‘Σ’ αγαπώ όπως πάντα.’ Και ήταν ωραία η φωνή του. Έδωσε το χέρι της και περπάτησε μαζί του. Πράγματι, δεν είχε ιδέα ότι γράφει. Όμως μόνο εκείνη μπορούσε να γράφει έτσι. Ήταν τόσο σίγουρος, μην ξέροντας καθόλου πώς.
Είναι η έβδομη άνοιξη της ζωής τους. Μια δεύτερη ποιητική συλλογή έτοιμη προς έκδοση. Ποιος ενοχλείται απ’ το γεγονός ότι δεν πουλάει η ποίηση. Η έκθεσή του φιλοξενείται στην σκιά της Ακρόπολης. Gallery Αυγή. Αυγή. Οι κριτικές είναι ασυνήθιστα τεκμηριωμένες. Οι πωλήσεις συνεχίζουν ανύπαρκτες. Αλλά είναι μαζί. Ξετυλίγουν το θαύμα τους. Στίχο το στίχο, πινελιά την πινελιά. Από ένα βιβλίο σε μια έκθεση ζωγραφικής. Γιατί, τι χρειάζεται ο άνθρωπος για να πραγματοποιήσει το θαύμα της καρδιάς του. Στο πλάι του έναν άνθρωπο βαθιά να αγαπά._

Saturday

παρασκευή απόγευμα

… Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα και θάβγω στους δρόμους … Και δε θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι απ’ τον πατέρα κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα … (Κατερίνα Γώγου, Τρία Κλικ Αριστερά)

Τρεις ώρες απόγευμα. Σχόλασμα. Αλλά όχι, όχι ακόμα. Είναι κι οι πρωινές καθυστερήσεις της εβδομάδας. Το ελαστικό ωράριο τεντώνει τις αντοχές της Παρασκευής. Υπομονή. Είκοσι λεπτά. Τα τελευταία είκοσι λεπτά. Πώς τα καταφέρνουν ν’ απλώνονται έτσι που μοιάζουν με είκοσι ολόκληρες ώρες. Έλα, ένα τσιγάρο και θα περάσουν. Ένα τσιγάρο ακόμα που δεν αντέχεις την πίκρα του και το σβήνεις πριν τη δεύτερη ρουφηξιά. Απ’ το πρωί με καφέ και τσιγάρο. Και τα ημίγλυκα κουλουράκια για να ξεδιπλώνει αυτός ο κόμπος στο στομάχι. Και δέκα δάχτυλα σε οκτάωρη μάχη μ’ εκατό κι ένα πλήκτρα. Και δυο μαύρα μάτια φωτεινά – έτσι λένε τ’ αγόρια – παγιδευμένα πίσω απ’ την οθόνη, να μην φτάνουν ν’ ανταμώσουν το φως του Παρθενώνα. Αν βέβαια το Νέφος της Αθήνας πεισθεί να παραδοθεί στα όπλα του Αίολου. Γεύσεις γλυκόπικρες και στιγμές ωχρές σε φόντο από βρώμικο τσιμέντο.
Βαρέθηκες. Θέλεις τώρα κάτι άλλο. Πάντα θέλεις κάτι άλλο. Να, αίφνης εκείνο που τώρα επιθυμείς είναι μία γεύση αλμυρή. Μια γεύση θάλασσα. Ένα sea juice, παρακαλώ. Και καλαμάκι. Για τον δρόμο. Πάλι για τον ίδιο δρόμο. Πάλι θα τελειώσει η ημέρα σου νωρίτερα. Σ’ εκείνο το υπερυψωμένο ισόγειο, που βλέπει τον ακάλυπτο, ανάβεις το φως του ηλεκτρικού την ώρα της επιστροφής. Λες κι η μέρα φεύγει απ' το μπαλκόνι σου, μόλις ακούσει το κλειδί στην πόρτα. Πάει και στέκει εκεί στον απέναντι πέμπτο ή έκτο και χαιρετάς τους φωτισμένους τοίχους βγαίνοντας για την σκούπα ή για την απλώστρα ή για να ποτίσεις τα λουλούδια ή μόνο για να ξαναδείς τη μέρα στον απέναντι πέμπτο ή έκτο ή έβδομο.
Αλλά σήμερα είναι Παρασκευή. Παρασκευή. Και πρέπει να ξεκουραστείς για την νυχτερινή έξοδο. Κι οι Παρασκευές όλες ίδιες έχουν γίνει. Και δεν αντέχεις πια να μπαίνεις σπίτι σου τ’ απόγευμα και να βγαίνεις πάλι τα μεσάνυχτα. Τι ώρα να βουτάει ο ήλιος στην δική του πτώση πίσω από τα δέντρα της πλατείας αυτές τις ημέρες. Πότε ήταν το τελευταίο ηλιοβασίλεμα που χάρηκες. Ποια χρώματα τραγούδησαν εκείνο το αντίο. Πόσο κράτησαν το μενεξεδί του οι σκιές που γέννησε το φτάσιμο εκείνης της νύχτας.
Και είκοσι. Πάμε. Τα πόδια σου καταβροχθίζουν οκτώ ορόφους σκαλοπάτια. Με τον ανελκυστήρα διέκοψες σχέσεις, μετά τις τελευταίες διακοπές του ηλεκτρικού απ’ την κακοκαιρία. Ξυπνάς βίαια την κάρτα σου για να σφραγίσεις την φυγή σου. Τη βάζεις πάλι στη μεταλλική κουβέρτα για τον σαββατοκύριακο ύπνο της. Καθυστερημένοι επίσης συνάδελφοι, από συνήθεια πια αργοσάλευτοι, δυσανασχετούν με την αγένεια που τους προσπερνάς. Ξεχνάς ν’ αποχαιρετήσεις τους φύλακες. Περνάς βιαστικά την πλατεία με τ’ αρχαία και τα σκουπίδια. Κι αφού είναι πια βέβαιο ότι πήρες δρόμο διαφορετικό, αναζητάς μια βαθιά ανάσα. Ύστερα το βήμα σου δε βιάζεται - ούτε νοιάζεται.
Οι πλάκες στους πεζόδρομους βαραίνουν στην ηδονική οδύνη του βιασμού των τροχοφόρων. Μάλλον λίγοι οι περαστικοί. Τα παζάρια χαμήλωσαν τους τόνους τους ν’ ακούγεται κάτι από την ησυχία του μεσημεριού. Τα καταστήματα έγειραν νωχελικά στις πολυθρόνες. Το συνεχές ωράριο δε θα χαλάσει την μεσημεριανή ανάπαυσή τους. Σε κοιτάζουν με μισόκλειστα μάτια - πως χαζεύεις τις βιτρίνες τους - και δεν ξέρουν αν θα ήθελαν να μπεις για να πουλήσουν ή μήπως προτιμούν να μην τα ενοχλήσεις. Πωλήτριες ξεφεύγουν το βλέμμα του εργοδότη, με αφορμή τις διαφοροποικιλόπιττες στο γοργοφαγείο της γωνίας. Αφήνουν το αγνώστου σχήματος χαρτάκι με την παραγγελία – που δεν θ’ αργήσει δυστυχώς να ετοιμαστεί – και σεργιανούν πάνω κάτω τον κάθετο δρόμο. Ανάβουν το πολύτιμο λαθραίο τσιγάρο. Κοροϊδεύουν τις βιτρίνες που τις καθρεφτίζουν. Και, αν βρουν άκρη ν’ ακουμπήσουν, στρέφουν το κεφάλι τους επάνω να ρουφήξουν μαζί με τον καπνό και μι' ανάσα απ' το γαλάζιο του, που είναι τόσο μακρινός.
Στην Ερμού αναρίθμητα αυτοκίνητα, που δε φαίνεται να καταφέρνουν ν’ αποδείξουν τις αναμφισβήτητα ικανές επιδόσεις τους. Ανηφορίζεις μαζί τους προς το Σύνταγμα, μέσα στις εξατμίσεις και τον απόλυτο θόρυβο. Εδώ μοιάζει να μη στάθηκε το μεσημέρι. Ή μήπως ήρθε κιόλας το απόγευμα; Τα καταστήματα συνεχίζουν τον βηματισμό τους στο δωδεκάωρο μονοπάτι του μόχθου, απτόητα μα κουρασμένα. Ο κόσμος βιάζεται και βιάζεται. Το διάλειμμα έχει τελειώσει. Και ποιος το χάρηκε; Στ’ αμέτρητα πρόσωπα, που σπεύδουν να ξεφύγουν από την ματιά σου, μετράς μονάχα δυο που ‘ναι στ’ αλήθεια φωτεινά.
Η πλατεία οχυρωμένη σε πρόχειρα τείχη. Αχ, αυτός ο μετροπόντικας. Ψάχνει εκείνος τις υπόγειες διαδρομές του, χάνουμε εμείς τις επίγειες σταθερές μας. Τώρα πού θα σταθείς για το τσιγάρο διάλειμμά σου; Γιατί θέλει κι ο περίπατος το διάλειμμά του. Θέλει ένα παγκάκι στην πλατεία. Να καθίσεις χαμηλά, να γείρεις το κεφάλι σου στην πλάτη του, να βλέπεις ουρανό. Να του στέλνεις χαιρετίσματα με τον καπνό σου. Ανεβαίνεις την Όθωνος, στρίβεις στην Αμαλίας και πριν περάσεις απέναντι να διαλέξεις ένα παγκάκι του Ζαππείου, θυμάσαι εκείνη την λαχτάρα για μια κούπα θάλασσα καθώς αντικρίζεις το αστικό λεωφορείο που εξυπηρετεί τα παραλιακά προάστια. Ανάβεις το όρθιο τσιγάρο της αναμονής και δεν ξεκολλάς τα μάτια σου απ’ τον οδηγό, που μετράει πέντε βήματα στο πήγαινε κι άλλα πέντε στο έλα του. Και δεν εννοεί να προχωρήσει στο εντέκατο και σε δυο ίσως ακόμα που θα χρειαστούν ν’ ανέβει στο τιμόνι του να ξεκινήσεις επιτέλους.
Κατεβαίνεις στο Φλοίσβο. Στέκεσαι ακριβώς εκεί ακίνητη λίγα λεπτά. Θέλεις πάνω απ’ όλα να βουτήξεις και να κολυμπήσεις σε όλο το μήκος του χρυσού ποταμού που χύνει ο ήλιος μες στην θάλασσα. Σφιχτοτυλιγμένη το παλτό και το κασκόλ, φορώντας τα σκούρα σου γυαλιά, ν’ αντέχεις το φως του. Θέλεις πάνω απ’ όλα να χυθείς μέσα σε αυτό το αλμυρό, υγρό, αιώνιο χρυσάφι και να κολυμπάς για πάντα. Αλλά ξέρεις. Το μοναδικό για πάντα το μοιράζονται η ζήλια κι η δειλία μπρος στην τρελή σου φαντασία.
Περπατάς κατά μήκος του παραλιακού πεζοδρομίου, συνεχίζοντας να κοροϊδεύεσαι για τις επιθυμίες σου. Αλλ’ ας κατέβεις αυτά τα σκαλοπάτια. Να περπατήσεις πάνω στην άμμο. Να γευτούν λίγη απ’ την αλμύρα της οι ενισχυμένες σόλες των παπουτσιών σου. Έστω. Τόσο λίγο. Σε τέτοιαν ασφαλή απόσταση. Τα βραχάκια εύκολα, βατά, χαμηλά. Λες και δεν τα 'φτιαξε η φύση, αλλά μάλλον τα 'βαλε ο άνθρωπος εκεί να στολίσει με την απομίμησή της τ’ ακρογιάλι του. Πώς χτίζουμε με πέτρες τον μικρό - μικρό κηπάκο στην είσοδο της πολυκατοικίας; Έτσι. Και μικρές άβαθες λιμνούλες. Θα τις έφτιαξαν τα κύματα. Να ‘χουν καθρέφτη τα πουλιά. Τα πουλιά. Κι αλλού πρασινισμένα τα βραχάκια. Για να μην ξεχνάς ότι η ζωή κυοφορεί την αδάμαστη βούλησή της να ζήσει.
Εκεί στον τελευταίο βράχο, μισό βήμα απ' την βουτιά, το ζευγαράκι. Σφιχταγκαλιασμένοι έφηβοι. Φωτεινοί όσο κι η μέρα. Τα φιλιά τους σαν τον ήλιο λαμπερά κι ίσως περισσότερο ζεστά. Και το ξέρουν. Και τολμούν ν’ αντικρίζουν μες στο φως του την αγάπη τους. Είναι η πηγή της δικής τους ζωής. Ας λερώσεις επιτέλους το παλτό σου με την αλμύρα που άφησε από νωρίς το κύμα σε αυτόν εδώ τον στεγνωμένο βράχο. Κι ένα τσιγάρο. Το χρειάζεσαι τώρα. Πού τα έχεις αφήσει άραγε αυτά τ’ απογευματινά φιλιά μπροστά στον ήλιο. Σε ποιες εφηβείες ξεχασμένα. Ψάχνεις στον καπνό, που φυσάς μπροστά στο βλέμμα σου, τα πρόσωπα. Και στην πίκρα, που απλώνεις μες στο στόμα σου, γυρεύεις τις γεύσεις των κορμιών. Όσο καταφέρνεις. Αυτό το δάκρυ, μάλλον, αφορά στην απουσία της μνήμης.
Ο ήλιος παίζει με τα σύννεφα κρυφτό. Σαν κάπου να το ‘χω διαβάσει αυτό. Σε κάποιο δημοτικό αναγνωστικό ίσως. Ανάμεσα στ’ άλλα αθώα διαβάσματα. Αθώα όσο το ψέμα που ομορφαίνει την ζωή. Ας είναι. Αυτός ο γλάρος ακόμα δε χόρτασε φαίνεται για σήμερα και παίζει το δικό του κρυφτό με τα ψάρια, που εσύ μόνο φαντάζεσαι μέσα στο νερό. Κι άλλοι γλάροι. Ισορροπούν με ακίνητα τα ορθάνοιχτα φτερά τους πάλι και πάλι πάνω απ’ την τροφή. Ξάφνου εφορμούν ακάθεκτοι. Επιτέλους, μετά από τόσα μάταια πετάγματα. Ψέματα. Δεν υπάρχει μέσα σ’ ολόκληρο το σύμπαν ένα μάταιο ίχνος. Αγαπημένε γλάρε Ιωνάθαν.
Μικρότερα πουλιά τριγύρω σου τσιμπολογούν στην πέτρα, στην άμμο, στην πρασινάδα. Σπουργίτια. Μα ναι, είναι σπουργίτια. Όμως όχι όλα. Αυτό εκεί – μικρούτσικο σαν σπουργίτης, αλλά με λευκή κοιλιά και γκρίζα ράχη, με μαύρη ουρά αριστοκρατική, μακριά, ωσάν ντυμένο επίσημα – τι να είναι; Πώς να το ξέρεις; Πού να σε βρουν εσένα τα πουλιά; Κάποτε, στους υπόγειους χειμώνες σου, έρχονταν σπουργίτια στην αυλή σου συντροφιά. Μα ποτέ τόσο κοντά σου τα πουλιά.
Και την επόμενη στιγμή το ίδιο μακριά όσο πάντα. Γιατί το τσιγάρο κάηκε ως τα δάχτυλα που το κρατούσαν και τινάχτηκες πετώντας το, πριν προλάβεις να σκεφτείς μια κίνηση πιο αθόρυβη. Περιμένεις. Περιμένεις τα πουλιά. Τα πουλιά που δεν ψάχνουν το νόημα της ζωής - το κατέχουν. Πετούν να δοκιμάσουν τα φτερά τους. Κελαηδούν ν’ απολαύσουν την φωνή τους. Κρύβονται στις σκιές να παίξουν με τον ήλιο. Γυρίζουν την πλάτη τους στον ήλιο να μετρήσουν την σκιά τους. Ερωτεύονται να ζήσουν το κορμί τους. Μα δε θα σε πλησιάσουν πάλι τα πουλιά. Δε θ’ αντέξεις όσο χρειάζεται ήσυχα να τα περιμένεις.
Αφήνεις την ακτή να περπατήσεις στο τσιμενταρισμένο πεζοδρόμιο. Μοναχικοί παππούδες σέρνουν τα βήματά τους, με το βλέμμα στους άλλους περιπατητές και στ’ αυτοκίνητα που κυνηγούν τα χιλιόμετρα στην παραλιακή λεωφόρο. Μόνο στη θάλασσα δεν κοιτάζουν. Άραγε θα φοβάσαι κάποτε κι εσύ να βλέπεις στο γαλάζιο της όσα ποτέ δεν έγιναν; Όπως τώρα που δεν τολμάς να θυμηθείς τα φωτεινά φιλιά. Αλλά ίσως δεν έχουν ολότελα χαθεί τα φωτεινά φιλιά. Ένα τηλέφωνο. Στο περίπτερο απέναντι. Διασχίζεις τον δρόμο που τρέχει μ’ εκατόν ογδόντα.
… ναι … εγώ … έλα … έλα εσύ, σε παρακαλώ, έλα τώρα, στην παραλιακή, μην αργείς, με τη μηχανή σ’ ένα τσιγάρο θα ‘χεις έρθει, μην αρνηθείς ... είσαι εντελώς τρελή ... μην αρνηθείς ... το ξέρεις ότι έχω γυμναστήριο, κι έχω αργήσει, θα τα πούμε το βράδυ, μα καλά εσύ πώς βρέθηκες εκεί, τέλος πάντων θα τα πούμε το βράδυ ...
Πώς γέμισε ο δρόμος ξαφνικά; Θα δυσκολευτείς να πάς πίσω πάλι. Και το φανάρι είναι μακριά. Να η στάση. Έχεις κι εσύ γυμναστήριο. Θα προλάβεις, αν δεν αργήσει το λεωφορείο. Μα όχι, όχι. Γρήγορα απέναντι. Υποσχέθηκες στον ήλιο να τον αποχαιρετήσεις στην δική του ώρα απόψε. Θα περιμένεις το αντίο του. Θα σταθείς αντικριστά του ακίνητη. Θα τον καθρεφτίσεις στο πρόσωπό σου. Όπως όλοι αυτοί οι γλάροι. Μαζεύτηκαν όλοι εδώ, πάνω στην άμμο. Τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο. Και στέκονται εκεί. Απλώς στέκονται εκεί. Απέναντι στο μεγαλείο του ηλιοβασιλέματος.
Ένα παιχνιδιάρικο μικρό σκυλάκι αντέχει το σφίξιμο στον λαιμό του, καθώς δοκιμάζει ν’ αντισταθεί – τόσο λίγο – στην αλυσίδα που κρατά σφιχτά η κυρία του. Εκείνη, με την σειρά της, αντιστέκεται στον χρόνο. Φροντίζει με ζήλο το χρώμα και τις μπούκλες των μαλλιών της. Καθένας με τον αφέντη του. Καθένας με τον σκλάβο του. Ελεύθερος κανείς; Όχι εσύ σίγουρα. Μπορείς να μετρήσεις τουλάχιστον μερικές σχέσεις αλυσίδες. Σου απαιτούν - και τους παραχωρείς - συμπεριφορές τόσο συγκεκριμένες. Όσο η ώρα κι η διαδρομή και το μήκος της αλυσίδας για την βόλτα του μικρού σκύλου της κυρίας. Κάποτε υποσχέθηκες να κατεδαφίσεις όλα τα τείχη γύρω σου. Τώρα έχεις επιστρέψει ν’ αναστηλώσεις τα ερείπια. Να βολευτείς στην σκιά τους. Μην αντέχοντας το φως της ζώσας ζωής.
Εκείνη η συννεφιά που πυκνώνει δυτικά, χρυσίζοντας στο περίγραμμά της, θέλει να κλείσει την αυλαία στον ήλιο. Μάλλον οριστικά για σήμερα. Μα έχει ανέβει κιόλας το φεγγάρι. Γεμίζοντας. Λευκό. Αραιά σύννεφα γύρω του στην ανατολή τ’ ουρανού. Το απόλυτο φως δίνει την θέση του στα χρώματα. Τα μάτια καταπίνουν άπληστα την καθαρότητά τους. Για τόσο λίγο. Καταφτάνουν οι σκιές. Ο αέρας έχει πέσει. Το κύμα δεν ακούγεται. Η βαθιά γαλανή ειρήνη. Η αιωνιότητα. Αυτό το χρώμα έχει πάντα η θάλασσα σ’ εκείνο τ’ ονειροπόλημα. Κάθε φορά που καλπάζει η Βροχή στο Χαμόγελο της Τζοκόντα. Ακριβώς αυτό το χρώμα. Εσύ χορεύεις πάλλευκη πάνω απ' την γαλήνη της. Στον ψίθυρο της αύρας που προκαλεί η αναπνοή της μουσικής, φτάνουν οι ανάσες της ως τα γυμνά ακροδάχτυλά σου. Ύστερα βουτάς στην αγκαλιά της να την ξεσηκώσεις. Ως που - στις τελευταίες νότες - χωρίς όρους παραδίνεσαι στους πράσινους βυθούς της.
Μαζεύτηκαν οι πάπιες πλάι στη φρεσκοβαμμένη ψαρόβαρκα. Δυο τρεις γάτες τριγυρνούν ακόμα, ψάχνοντας το δείπνο τους. Ένα χταπόδι φεύγει απ' το χέρι του ψαρά του με βία, να χτυπηθεί πάνω στον τσιμεντότοιχο του μικρού ψαρολίμανου. Άλλοι ψαράδες ετοιμάζουν τα σκάφη τους για την νυχτερινή ψαριά. Οι γλάροι πρέπει να έχουν στήσει σοβαρή κουβέντα εκεί πέρα. Σκουραίνει η θάλασσα σιγά – σιγά προσδοκώντας τη στιγμή που θα σμίξει με τον ουρανό, κρυμμένη από τα βλέμματα, μες στα βαθιά ζεστά σκοτάδια.
Βραδιάζει. Κρυώνεις. Πεινάς. Ας περάσεις απέναντι. Απ’ το φανάρι. Πού ήταν εκείνη η στάση της επιστροφής. Θα μπορούσες να καθίσεις εδώ για λίγο. Ένα τοστ κι έναν καφέ. Ζεστό. Μέσα στην τύρβη αυτής της νιότης, που ψάχνει το μέλλον της αδειάζοντας σε λέξεις, πάνω στα στρογγυλά τραπεζάκια ανάμεσα στα ψηλά ποτήρια του παγωμένου καφέ, όλου του κόσμου τα οράματα. Έξω απ' τα τζάμια η νύχτα ρουφάει βιαστικά κι αχόρταγα τα τελευταία ίχνη της ημέρας. Πλησιάζει ο ορίζοντας. Όλα τα γκρίζα στη σκηνή. Σ’ ένα χορό δίχως κίνηση. Και πάνω στο φλιτζάνι σου με τον καφέ του φίλτρου χοροπηδούν ξέφρενα τα χρωματιστά σου όνειρα, στο ρυθμό αυτής της μουσικής που τα εξοντώνει. Θα τα πάρεις να φύγετε.
Νυχτώνει. Εκεί πρέπει να είναι η στάση. Ξενοδοχείο. Τόσα μπαλκόνια τυχερά. Καλημερίζουν χρώματα καθώς γεννούν οι ανατολές, μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα, μέσα σ’ αυτό τον ουρανό, κάθε ξημέρωμα. Δωμάτιο; Ναι. Κρύβεις το κορμί σου απ’ την παγωνιά της νύχτας και την ψυχή σου από την μοναξιά της. Στέκεσαι μέσα απ’ το παράθυρο κι ακούς τη θάλασσα να καθρεφτίζεται όλου του κόσμου τα σκοτάδια. Εκεί που λες δόθηκε τώρα πια ολόκληρη στον ουρανό, να την πάλι του ξεφεύγει μ’ ένα αλλιώτικο μαύρο. Ξέρεις ότι σε περιμένει. Όχι. Από συνήθεια ελπίζεις. Ελπίζεις επίσης πως δεν θ’ αρνηθεί να έρθει κοντά σου αυτό το βράδυ, για μια διαφορετική Παρασκευή. Σε προλαβαίνει το τηλεφώνημα απ’ την ρεσεψιόν. Είναι εδώ. Ανεβαίνει.
… μα πώς ... κάθε φορά που περνάμε τα ζηλεύεις αυτά τα μπαλκόνια ... μάλλον κάτι μ’ έχει κουράσει ... κι εμένα, πολλά, η ρουτίνα, αλλά είναι και κάτι άλλο, είναι αυτό που δε σου έχω πει ακόμα, σ’ αγαπώ, απ’ την πρώτη στιγμή, πριν εσύ με δεις, ως τώρα και ως πάντα ...
Αυτό ήταν. Αυτό σου έλλειπε. Αυτό που δεν είχε ειπωθεί.

Friday

φλύαρες διακοπές

… Βρέχει, Στους ήχους της βροχής ακούω τα βήματά σου, Έρχεσαι, Μα ξαφνικά ο ουρανός ξαστέρωσε … (Αγγελική Μπουζινέκη, Τετράδιο Πρώτο)

Παρά τις φλύαρες καλοκαιρινές διακοπές, είναι πάντα μόνη της η θάλασσα. Μόνη τώρα κι εγώ βυθίζομαι στο γαλανό της, ως που δεν αντέχω να φλέγομαι. Η βιαιότητα της επιθυμίας μου πραγματοποιεί την έκρηξή της μες στα νερά που κολυμπήσαμε μαζί ανατολή. Γίνομαι κομμάτια σε κάθε βουτιά. Μαζεύω ύστερα τα θρύμματά μου και βγαίνω να ξαπλώσω στην πετσέτα. Πάνω από βότσαλα που καίνε, αφήνω το κορμί μου να λιώσει κάτω απ’ τις φλόγες του ήλιου του μεσημεριού. Τα λάφυρά της η φωτιά μόνο σε φωτιά θα παραδώσει.
Ως την τελευταία εκτόξευσή μου, που με βγάζει επιτέλους στον δρόμο της επιστροφής. Ξέροντας πόσο ανυπόμονα με περιμένεις. Έχεις φύγει από την αρχή και δεν έγινε άλλη μαγική νύχτα στην Παραλία. Απελπισμένα βιάζομαι να φτάσω. Να σε ξαναβρώ στην μαγεία μιας νύχτας. Ας μην έχουν αστέρια οι νύχτες στην Πόλη.
Αφήνω πίσω μου τη μέρα να φεύγει. Τρέχω σε αργόσυρτους δρόμους να υποδεχθώ μαζί σου την ανατολή της νύχτας. Στο πέρασμα της θάλασσας, δεν πρόφταινα ποτέ να χαρώ τις πτήσεις των γλάρων. Να ψάξω τις μέδουσες μέσα στο νερό. Αλλά σήμερα μετρώ τον κόσμο, τ’ αυτοκίνητα. Μετρώ το χρόνο, στιγμή την στιγμή. Το πλοίο φορτώνει. Το πλοίο ξεκινά. Το πλοίο διασχίζει το πέρασμα. Το πλοίο πιάνει απέναντι. Πόσο πολύ αργεί το πλοίο σήμερα.
Από το σταθμό θα σου τηλεφωνήσω ότι έρχομαι. Αλλά σε θέλω κιόλας να με περιμένεις. Να είσαι εκεί. Να ξέρεις. Η καρδιά μου με φέρνει κοντά σου, αγνοώντας ξεδιάντροπα το πρόγραμμα των διακοπών μου.

Είχα φτάσει λίγες ώρες πριν στην Παραλία. Μόλις που είχαμε επιστρέψει από τη θάλασσα. Βγήκα στην αυλή. Ν’ απλώσω την πετσέτα, το μαγιό. Τυλιγμένη τα μπουρνούζια μου. Ήσουν εκεί με τους υπόλοιπους, γύρω απ’ το πέτρινο τραπέζι. Μάλλον σε ένιωσα παρά σε είδα. Χαιρέτησα, ζητώντας συγνώμη στην εμφάνισή μου. Μπήκα πάλι βιαστικά. Δεν ήταν η αμηχανία της που με συνόδευσε. Ήταν τα μηνύματα του κορμιού σου, που έφτασαν και με άγγιξαν.
Έντυσα στα λευκά το ανάλαφρό μου μαύρισμα και βγήκα. Χτενίζοντας τη διαθεσιμότητά μου, διάλεξα ένα κάθισμα απέναντί σου. Θα ήταν και το τρυφερό αεράκι της αυλής, μα σίγουρα η καυτή ματιά σου, συνόδευε τα δάχτυλά μου ανάμεσα στα βρεγμένα μου μαλλιά που βοηθούσα να στεγνώσουν.
Απολαμβάναμε το βραδινό παγωμένο καφέ. Αυτή την μοναδικά καλοκαιρινή συνήθεια. Στην προετοιμασία μας να τρέξουμε τις νυχτερινές αποστάσεις. Που είναι μακρύτερες τώρα. Που πάνε να συναντήσουν το πρωί. Που δε σε βγάζουν στο δρόμο για το σπίτι, παρά με την προτροπή της φλογισμένης καλημέρας του ήλιου. Γιατί αυτό είναι το καλοκαίρι. Να γευθούμε την ζωή της νύχτας. Ν’ αναγνωρίσουμε στις σκοτεινές φιγούρες όσα ξέρουμε καλά.
Κι ήταν όλα σου τα χαμόγελα για μένα. Κι ήταν για σένα που είχα φτάσει εκεί εκείνη την ημέρα. Κι ήταν για μας που η συντροφιά θα συνέχιζε μαζί στις διαδρομές αυτής της νύχτας.

Μπροστά στο τηλέφωνο. Τρέμω στην αγωνία της πιθανής απουσίας σου. Αχ, γιατί να μην έχω τηλεφωνήσει νωρίτερα. Ήθελα να χαρώ το ξάφνιασμά σου. Να βρεθώ μπροστά σου, χωρίς να ξέρεις πως θα γίνει. Να διαπιστώσω αν τα μηνύματα του πόθου μου σε είχαν βρει, πριν με αντικρίσουν τα μάτια σου. Αλλά ήταν πολύ μακρινή διαδρομή για να την τρέξω μόνη μου. Θέλησα να ξέρεις. Θέλησα την αγκαλιά σου να με περιμένει.
Το τηλέφωνο κουδουνίζει, σφυρίζουν τ’ αυτιά μου, το κεφάλι μου γυρίζει. Απαντάς. Ναι, απαντάς. Εσύ ο ίδιος. Είναι η κραυγή μου ή νομίζω. Μόνο οι γύρω μπορούν να μου πουν με βεβαιότητα. Δεν θα τους ρωτήσω.
- Έρχομαι.
- Θα είμαι εκεί.
Μα και βέβαια θα είσαι εκεί. Εκείνος ο θαμπερός σταθμός της Πόλης, που ποτέ δε μου λέει αντίο, γιατί ξέρει καλά ότι σε λίγο θα ‘μαι πάλι πίσω, φαντάζει τώρα διαυγής από την παρουσία σου. Κι η τύρβη του πνίγεται στην μουσική του καλωσορίσματός σου.
Συνεχίζουμε το κυνήγι της ασφάλτου. Αγαπώ πολύ τις διαδρομές. Ένιωθα πάντα τους τόπους να βιάζονται να μου κρυφτούν. Σήμερα, τι ακινησία. Είμαστε μόλις στο Χωριό ακόμα.

Δεν ξέρω αν ήταν οι ευγένειες ή τ’ απαστράπτοντα βλέμματά μας, που έπεισαν τους φίλους να οδηγήσουν αυτή τη νυχτερινή εξόρμηση και μας επέτρεψαν το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Αναγνώριζα τον τόπο. Από τη μια η ακρογιαλιά σχεδόν έρημη τώρα. Από την άλλη οι κατοικίες με μπαλκόνια ανοιχτά, ταβερνάκια, μπαράκια πνιγμένα στο φως, τους ήχους, σε λίγο στο οινόπνευμα.
Με αδιάκριτες μικρές ματιές σ’ εξερευνούσα. Ανακάλυπτα να κάνεις το ίδιο. Με κέρδισαν τα φωτεινά μηνύματα των άστρων που γέμιζαν τον ουρανό. Έγειρα το κεφάλι να τα χαρώ πιο πολύ από το τζάμι πίσω.
- Δες, ψιθύρισα.
Και γύρισες. Όχι για να δεις την νύχτα. Τα μάτια σου στάθηκαν στον λαιμό μου. Ήθελαν όλα τα φιλιά σου να με φτάσουν. Και τα λαχτάρησα τόσο. Αλλά δεν τ’ αφήσαμε. Στον φόβο της, πώς να δημιουργήσει αιώνιες στιγμές η επιθυμία. Και ποτέ έτσι, όπως και οι δύο το ποθήσαμε την ίδια στιγμή, με την ίδια λαχτάρα στ’ απέναντι μάτια, δεν θα γίνει. Γιατί είναι μοναδική η κάθε φλόγα.
Στρέψαμε τα πρόσωπα έξω. Διαδρομή. Ο πόθος ξαναζούσε για τον καθένα από την αρχή, στο φόντο της νύχτας. Κι όταν σε λίγο κάτι έπρεπε να ειπωθεί, καθώς απευθύνθηκαν οι φίλοι στην σιωπή μας, μιλήσαμε μονάχα για το φόντο.

Βγαίνουμε απ’ την εθνική οδό. Θα πάρουμε φαίνεται επιβάτες από την Κωμόπολη. Άλλοτε θα χάζευα τα ονόματα των δρόμων, τις αυλές, τα μπαλκόνια, τις βιτρίνες, τους ανθρώπους της. Θα έβγαινα απ’ το λεωφορείο να μυρίσω τον αέρα της, ν’ ακούσω την ανασαιμιά της.
Θα έμπαινα στο καφενείο που εξυπηρετεί τους ταξιδιώτες. Να δω έναν ντόπιο. Εκείνον που μένει ριζωμένος εκεί. Βλέπει να ‘ρχονται, να φεύγουν. Ξέρει πώς να μιλήσει τη γλώσσα καθενός. Αλλά σαν στραφεί προς την κουζίνα, να μιλήσει στην γυναίκα του – που μόνον ο ίδιος ξέρει ότι είναι πάντα εκεί – μιλάει την τραγουδιστή του γλώσσα, βρίσκει την αγαπημένη του φωνή.
Ποτέ δεν κατάλαβα αυτούς τους ανθρώπους. Ήθελα πάντα να φεύγω. Να γνωρίζω το κάθε τι εκεί που βρίσκεται εκείνο. Ν’ αφήνομαι να με ορίζει. Ασκούν όμως μιαν ανεξήγητη γοητεία σε μένα εκείνοι που γνώρισαν τον κόσμο όπως διάβηκε περαστικός από τον τόπο τους. Κρατούν τις φευγάτες εικόνες, τις πλάθουν ολόκληρες ιστορίες, αργότερα, στις μεγάλες κρύες νύχτες του έρημου χειμώνα, μ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, για την δική τους γνώριμη μικρή συντροφιά.
Αλλά τώρα μένω καρφωμένη στην θέση μου. Μετρώ τις στιγμές που χρειάζονται για να μπει ο κάθε επιβάτης. Στο μέτρημά μου τρέχω γρηγορότερα απ’ τα κλάσματα του δευτερόλεπτου. Σε θέλω να με περιμένεις. Μα είναι πολύ νωρίς για να ‘χεις ξεκινήσει.

Είχαμε διανύσει όλον τον παραλιακό δρόμο, από χωριό σε χωριό, χαζεύοντας το νυχτερινό τοπίο. Κουτσομπολεύοντας διάφορες παρέες. Ψάχνοντας το καλλίτερο μπαράκι για την δική μας. Αλλά είχαμε απίθανα κακοπροαίρετη κριτική διάθεση. Κανένας χώρος, που από ανθρώπινα χέρια είχε φτιαχτεί για νυχτερινές απολαύσεις, δε μας ταίριαζε.
- Λοιπόν, ένα μπουκάλι ουίσκι και σ’ εκείνη την παραλία, είπα.
Δεν σκεφτόταν κανείς τίποτα καλλίτερο, στ’ αλήθεια. Αλλά, έχοντας φέρει μαζί μας τις κακές συνήθειες από την Πόλη, θέλαμε και τις ανέσεις μας. Να έχουμε πάγο δύσκολο. Αρκεστήκαμε σ’ ένα μπουκάλι παγωμένο νερό. Και πλαστικά ποτήρια. Φτάσαμε τελικά όσο μπορούσαμε κοντύτερα στη νύχτα.
Η θάλασσα, μέσα στα σκοτάδια της, ακόμα πιο προκλητική. Πετάξαμε πέρα τα παπούτσια. Περπατήσαμε στον αφρό της τα γυμνά μας βήματα. Θέλησα να απαλλαγώ από τα ρούχα μου. Να βυθιστώ στη δροσερή αγκαλιά της. Ν’ αφήσω το κορμί μου στα χέρια της τα κύματα. Να ελευθερωθώ από τις πληγές του πόθου μου. Αλλά μόνο σηκώσαμε τα πλαστικά ποτήρια στην υγειά της. Ανάψαμε τσιγάρο. Είμαστε όλοι αρκετά διψασμένοι. Γεμίσαμε πάλι τα ποτήρια μας. οινόπνευμα.

Επιστρέφουμε στο γρήγορο δρόμο. Η μεγαλύτερη ταχύτητα μου φαίνεται ασήμαντη. Είναι και οι στάσεις, ως τα όρια του νομού που εξυπηρετείται απ’ αυτό το δρομολόγιο. Για να παίρνουμε επιβάτες και για να φορτώνω με καθυστερήσεις την ανυπομονησία μου. Για πρώτη φορά στα ταξίδια μου, μετρώ χιλιόμετρα. Εναγωνίως και αντιστρόφως. Οι τόποι, που άλλοτε δεν προλάβαινα να χαρώ το χρώμα τους, πόσο αργούν να φύγουν πίσω σήμερα.
Βγαίνει ο δρόμος αριστερά, ως επάνω ακριβώς από την θάλασσα. Ψηλά από το παράθυρο, δε βλέπω την άσφαλτο που ακουμπούν οι τροχοί. Είναι εκεί που πάντα ήθελα να κρατάει περισσότερο η διαδρομή. Να χάνω την ματιά μου στα μικρότερα και τα μεγάλα βάθη του σκοτεινού γαλαζοπράσινου βυθού. Να φαντάζομαι τη ζωή που υπόσχονται. Ως απέναντι στα γκριζογάλανα βουνά και το ολοφώτεινο γαλανό του ουρανού, αντικριστά στον ήλιο. Τώρα βιάζομαι. Πότε να διανύσουμε την απόσταση όσο βλέπω μπροστά. Κι ακόμα όσο πέρα.
Αμέσως ύστερα, ο δρόμος μπαίνει δεξιά, μέσα στον κάμπο, στους πρόποδες των βουνών. Κλείνω τα μάτια. Προσπαθώ να διώξω κάθε σκέψη. Ένας υπνάκος θα ‘ταν γιατρειά. Αλλ’ αδύνατο να συμμαχήσω με το Μορφέα. Είμαστε ανάμεσα σε γη. Από δω ο κάμπος. Από κει τα βουνά. Από τη μια οι ελαιώνες. Από την άλλη τα πεύκα. Αλλά τα δάση λειψά. Στο τέλος μετρώ καμένες πλαγιές.

Ξαπλωμένοι στα βότσαλα, απολαμβάναμε τον πιο φωτεινό ουρανό που γνώρισα ως τώρα. Τόσο πυκνοκεντημένο χρυσάφι στο σκοτάδι. Δεν το είχα πάλι συναντήσει. Εν’ αστέρι έπεσε. Δεν πρόλαβα την ευχή. Αμέσως έπεσε άλλο ένα. Α, δεν ήταν για ευχές εκείνη η νύχτα. Έπεφταν αστέρια πιο συχνά απ’ όσο γεμίζαμε ποτήρια.
Εσύ στο πλάι μου. Λίγο να μετακινούσα το χέρι μου, σε άγγιζα. Το έκανα. Ρίγησες. Κι εγώ. Έκλεισα τα μάτια να το ξαναδώ. Άπλωσα πάλι το χέρι μου στην επαφή σου. Το πήρες στο δικό σου. Το έσφιξες επάνω σου. Έγειρα τα βλέφαρα να σε νιώθω. Και δεν είχα χορτάσει το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Αλλά τα κακομαθημένα μας κορμάκια δεν άντεξαν την υγρή ανατομία της στρογγυλεμένης πέτρας. Ανακαθίσαμε. Σε λίγο οι εκπολιτισμένες μας φύσεις δεν άντεχαν την μπαλάντα του αφρού της θάλασσας και της σιωπής. Κάτι πιάσαμε να λέμε. Κάτι να τραγουδήσουμε. Ν’ ακούμε την φωνή μας να ξεχνιόμαστε. Μην πλανευτεί η καρδιά από την γαλήνη και πάρει τον δρόμο της αλήθειας της. Αστεία να γελάμε, ν’ αποφορτιζόμαστε. Σε πείσμα του ποτού που ζητούσε το δάκρυ μας.
Το μπουκάλι άδειασε. Αλλά ήθελε ακόμα τη συντροφιά μας η νύχτα. Μπορούσαμε να φάμε παγωτό στο διπλανό χωριό. Θα περπατούσαμε ως εκεί. Αυτό ήταν υπέροχο. Περνούσαν μερικά μεθυσμένα αυτοκίνητα. Χρωμάτιζαν κίτρινα τα πόδια του βουνού. Θα έφταναν ως την θάλασσα, αν οι άνθρωποι δεν τα είχαν ακρωτηριάσει για την εξυπηρέτηση της επικοινωνίας τους. Καθώς προσπερνούσαν μας έπαιρνε στην αγκαλιά του το πιο σκοτεινό μπλε φως της νύχτας.
Μου έδωσες το χέρι σου. Ακολουθούσαμε. Μένοντας συχνά πιο πίσω. Για ένα τρυφερό αγκάλιασμα. Να σε νιώθω να καις. Για ένα πικρό φιλί. Να ψάχνω, πίσω απ’ το οινόπνευμα και τον καπνό, την γεύση σου. Ήταν αρκετό. Ήταν όλα. Γιατί ο έρωτας στα λίγα μεγαλώνει. Για να μας ζητήσει αύριο τα πάντα και εάν τα έχουμε.

Φτάνουμε στον Ισθμό. Η καθιερωμένη ολιγόλεπτη στάση του δρομολογίου. Υπομονή. Πάντα λένε ‘για δέκα λεπτά’. Ξεκινούν πάλι μισή ώρα αργότερα. Κατεβαίνω. Να περπατήσω τα μέλη μου. Να καπνίσω ένα τσιγάρο. Να παρατηρήσω τα κύκνεια χρώματα αυτής της ημέρας.
Απέναντι τα βουνά της Κορινθίας. Μια τεράστια καπνοδόχος. Άλλη μια πυρκαγιά γι’ αυτό το καλοκαίρι. Έχω χάσει πια μαζί τους το λογαριασμό. Σταμάτησα στον όλεθρο της Ικαρίας. Τα όρια της αντοχής μου θρυμματίστηκαν. Εκεί δεν μετρούσες καμένα στρέμματα, καμένα σπίτια, καμένες περιουσίες. Εκεί κάηκαν ζωντανοί δώδεκα άνθρωποι.
Για δυο – τρεις μέρες βιώσαμε όλοι, στον ρυθμό των εκφωνητών, την ηδονή του τρόμου για την φρίκη που δε χτύπησε την δική μας πόρτα. Και, γρήγορα ξεχνώντας, επιστρέψαμε δριμύτεροι στα καθημερινά μας. Έτσι κάθε καλοκαίρι. Πυρπολούμε αδιαφορία την ελληνική γη. Φέτος όμως το κακό παράγινε. Βάλαμε φωτιά στα ίδια μας τα σπίτια. Αν δεν καήκαμε μαζί τους είναι η τραγικότερη ειρωνεία και η προστυχότερη παρηγοριά.
Τέτοιες σκέψεις, πάντα απερίγραπτα τυραννικές, φαίνεται τώρα ν’ ανακουφίζουν την αγωνία μου να σε φτάσω. Μετατοπίζονται ευκολότερα οι στιγμές, όταν δε μετρώ τον χρόνο ως εσένα. Σε θέλω να με περιμένεις. Αλλά έχεις ώρα ακόμα για να πάρεις τον δρόμο της υποδοχής.

Ένα πλούσια γλυκό γεύμα παγωτού ήταν ό,τι χρειαζόμαστε περισσότερο πραγματικά. Κι ο χώρος ήταν γλυκύτατος. Τα φώτα χαμηλωμένα. Η μουσική χαλί στους διαλόγους μας. Ο κόσμος λίγος πια αυτήν την ώρα. Λίγα βήματα πιο πέρα η θάλασσα. Να λέει τα δικά της τραγούδια στο γιαλό. Τονώθηκαν τα διαλυμένα στον καπνό και το οινόπνευμα κορμιά μας. Γλυκάθηκαν τα σπλάχνα μας. Ζωήρεψε η συντροφιά. Αυτά ήταν γέλια πραγματικά, αληθινό κέφι. Δεν προλαβαίναμε να χαρούμε εκείνο, κάποιος σκαρφιζόταν το άλλο.
Η νύχτα έλεγε να φύγει. Σηκωθήκαμε κι εμείς. Ιχνογραφούσε η ημέρα τα βουνά στα πρώτα της βήματα. Η θάλασσα κι ο ουρανός χώριζαν στον ορίζοντα το νυχτερινό τους σμίξιμο. Φτάσαμε στο αυτοκίνητο. Σταθήκαμε μια στιγμή να δούμε τι έμεινε απ’ ό,τι ζήσαμε εδώ, μέσα στο φως της νύχτας. Δεν άντεξα. Ευτυχώς. Προχώρησα προς την θάλασσα, αφήνοντας ένα - ένα τα ρούχα μου στη διαδρομή. Όπως ο κοντορεβιθούλης άφηνε τα βότσαλά του στα παραμύθια μου.
Ξαφνιάστηκε το σώμα μου στα παγωμένα νερά της. Ύστερα με μιας βυθίστηκε μέσα της ολόκληρο. Είναι στιγμές που οι φύσεις μας, στην αγκαλιά της μάνας φύσης, φορτώνουν όλες τις αισθήσεις τους με συγκινήσεις που ποτέ δε φανταστήκαμε. Και δεν ξέρω αν, μέσα στην μικρή μου ζωή και την αρχαία μου γλώσσα, θα βρω κάποτε τις λέξεις να τις περιγράψω.
Η μέρα, φτάνοντας, γεννούσε χρώματα. Κανείς δεν άντεξε να μείνει απέξω. Βουτήξαμε όλοι. Γιορτάστηκε η ανατολή μοναδικά μέσα σε τούτα τα νερά. Με ακολούθησες μακρύτερα. Άφηνες στην επαφή μου το κορμί σου. Πόσο σε ήθελα. Κυλούσε το νερό στο πρόσωπό σου. Το στόμα σου ήταν κατακόκκινο. Σε ρουφούσα τάχα να γευτώ την θάλασσα. Έψαχνα την γεύση σου κρυμμένη πίσω απ’ την αλμύρα της.
Βγαίνοντας, μπήκαμε βιαστικά μέσα στα ρούχα. Αλλά δεν θα φεύγαμε ακόμα. Ανάψαμε τσιγάρο. Και να. Ένας ολόλαμπρος κόκκινος ήλιος, ματωμένος απ’ τη νύχτα του, ανέβηκε σιγά, ευλαβικά το θρόνο της ημέρας.

Αφήνουμε πίσω τη διαδρομή της μέρας και τους καπνούς της φωτιάς. Κατευθυνόμαστε βορειότερα. Στην τελική ευθεία για την Πόλη. Η πιο γνώριμη απ’ τις διαδρομές μου. Κουρασμένη απ’ την απουσία της υπομονής μου σ’ αυτό το ταξίδι, λέω να κλείσω τα μάτια μου για λίγο. Όμως εκείνα διαφωνούν. Με κερδίζουν οι σκιές που γεννά το φτάσιμο της νύχτας. Σκοτεινιάζει η θάλασσα. Ο ουρανός αρχίζει να βαραίνει. Οι στεριές στην άκρη του ορίζοντα γέρνουν κουρασμένες από την καυτή και καπνισμένη μέρα. Σε λίγο όλα μι’ αγκαλιά θα φωλιάσουν στο σκοτάδι. Αλλά τα βάρβαρα φώτα θα βιάσουν πάλι τα όνειρά τους.
Αλητεύοντας το βλέμμα μου στρέφει αριστερά, για ν’ αναπηδήσω στην εικόνα. Άλλη μια φωτιά. Ανάμεσα σε δύο χαμηλά βουνά, μια μικρή ευτυχώς φωτιά. Αλλά μικρή είναι τώρα. Σε λίγο θα είναι σίγουρα μεγαλύτερη. Και λίγο αργότερα επικίνδυνη. Κι ως το πρωί ανεξέλεγκτη. Σε δυο ή τρεις μέρες, οι υπεύθυνοι της ενημέρωσής μας θα μας δώσουν τον απολογισμό της καταστροφής.
Κινούμαστε πολύ πιο αργά τώρα. Ο δρόμος, όσος φαίνεται μακριά, λάμπει ζευγάρια κόκκινα κινούμενα φανάρια. Η περιοχή κατοικημένη, μάλλον πυκνοκατοικημένη, την μεγαλύτερη ασχήμια της ανθρώπινης δημιουργίας. Τα μάτια μου δεν έχουν πια τι να χαρούν. Ας γείρω τα βλέφαρα, επιτέλους.

Ήταν η πρώτη και η μόνη νύχτα μας στην Παραλία. Και θα είναι πάντα ένα διάφανο πετράδι στις νύχτες της ζωής μου. Επιστρέψαμε στο σπίτι αμίλητοι. Δεν υπήρχε κάτι να ειπωθεί. Είμαστε πλήρεις. Χωρίς να έχουμε εκπληρωθεί. Κρατούσες το χέρι μου μέσα στο δικό σου κι ανάμεσα στις χούφτες μας σπαρταρούσε η εκκρεμότητά μας. Αποχαιρετιστήκαμε. Σε λίγες ώρες θα έφευγες. Οι διακοπές σου είχαν τελειώσει. Στο μαξιλάρι μου θέλησα να ξαναζήσω στιγμή τη στιγμή αυτή τη νύχτα. Το κορμί μου με πρόδωσε για άλλη μια φορά, παραδίνοντάς με στο Μορφέα.
Το πρωινό μου ξύπνημα, περασμένο πια το μεσημέρι, μ’ έφερε πάλι στο πέτρινο τραπέζι της αυλής. Κάτω απ’ την σκιά της κληματαριάς. Ν’ απολαύσω έναν πολύτιμο καφέ. Εκεί σε ξαναβρήκα. Εκεί επάνω στην στρογγυλή πέτρα, ενθύμιο από το χειροκίνητο ελαιοτριβείο. Εσύ είχες ήδη φύγει. Έψαχνα τους χρόνους και τις αποστάσεις. Να εντοπίσω το στίγμα σου.
Οι διακοπές σου είχαν τελειώσει. Μήπως κι οι δικές μου; Α, όχι βέβαια. Ήρθα ως εδώ, υπακούοντας στο πιο φιλόξενο κάλεσμα. Με την υπέροχή προοπτική των πιο ξένοιαστων διακοπών της ζωής μου. Όπως παιδί. Διαθέσιμη σε όλα και σε όλους. Και ακόμα τίποτα δεν είχα γνωρίσει από αυτόν τον τόπο, τους ανθρώπους του. Η απουσία σου ήταν αυτό που γνώριζα στο μεταξύ. Αλλά θα ξεμπέρδευα μαζί της και θα χαιρόμουν τις μέρες και τις νύχτες του καλοκαιριού μου. Νόμιζα. Γιατί η απουσία σου συνέχιζε να είναι παρούσα.

Είμαστε κάτω από την γέφυρα. Περιμένουμε ν’ ανάψει το πράσινο φανάρι για τα τελευταία μέτρα της διαδρομής. Έχει σκοτεινιάσει πια κι η Πόλη έχει ντυθεί τα ηλεκτρικά της φώτα. Μπαίνουμε στο σταθμό. Τα μάτια μου σε ψάχνουν. Μα δεν είσαι εκεί. Κατεβαίνουμε να φορτωθούμε τα πράγματά μας, που ταξίδεψαν στην κοιλιά του κουρασμένου τροχοφόρου. Αλλά να, στέκεσαι σε κείνη τη γωνία. Με βλέπεις. Δεν πλησιάζεις. Μόνο κρατάς τα χέρια σου σταυρωμένα μπροστά στο στήθος. περιμένεις. Σε φτάνω.
- Έλα, είναι μια ώρα που περιμένω.
Το στόμα μου πάει ν’ ανοίξει, θέλοντας να σου εξηγήσει πόσο γεμάτος ήταν ο δρόμος. Αλλά τι νόημα έχει. Μπαίνουμε σ’ ένα ταξί. Κάτι λες για τον εκνευρισμό σου κατά την αναμονή. Δεν κατορθώνω να βρω τι ν’ απαντήσω.
Το σπιτάκι μου με περιμένει ανοιχτή αγκαλιά. Λίγα τετραγωνικά τυλιγμένα στο τσιμέντο, ο μικρός μου παράδεισος. Το κρεβάτι, που χαίρεται τους έρωτές μου. Τα μαξιλάρια, που στην αγκαλιά τους κλαίω τις αγωνίες μου. Το γραφείο, που στενάζει κάτω απ’ το μολύβι μου. Τα βιβλία, πολύτιμη συντροφιά στα ατέλειωτα βράδια μου. Η μαλακή πολυθρόνα, που παίρνω αγκαλιά στις πιο όμορφες νωχελικές μου ώρες. Βγαίνω στο μικρό μπαλκόνι. Με υποδέχονται λίγα πράσινα γλαστράκια με τις ανάσες τους στεγνές. Φέρνω νερό να ξεδιψάσουν.
Αναγνωρίζεις το χώρο μου. Σου αρέσει. Σε περίμενε, ξέρεις. Ήταν που μας αποχαιρετούσε, χαμογελώντας θλίψη, εμένα και την μοναξιά μου, όταν του υποσχέθηκα πως θα γυρίσω με την τρυφερή σου συντροφιά. Αλλά μοιάζει να μη θέλησε να επιστρέψει η τρυφερότητα απ’ τις διακοπές μας. Χαζεύεις την βιβλιοθήκη μου, όσο να πλύνω απ’ το ταξίδι το κορμί μου. Σε λίγο στο εστιατόριο της γειτονιάς, πιάνουμε κουβέντα φιλολογική. Πόσο μου λείπουν τ’ αστέρια απόψε.
Παίρνουμε ένα δεύτερο μπουκάλι απ’ αυτό το παγωμένο κρασί για το σπίτι. Βαραίνει η νύχτα και δε φταίει το φορτίο του καλοκαιριού πάνω στην Πόλη. Επιστρέφουμε με την ωχρή ανάμνηση της επιθυμίας που γεννήθηκε στην Παραλία. Αλλά στη θύμησή του ο πόθος θέλει μάλλον την μοναξιά μας, παρά μια τόσο μοναχική συντροφιά. Το ραδιόφωνο παίζει απαλές νυχτερινές μελωδίες. Κερνάς. Ανάβω δυο κεριά. Και τα τσιγάρα μας με την σειρά τους απ’ τη φλόγα τους. Μιλάς. Ανάμεσα στο κρασί και το τσιγάρο, στον ρυθμό της ολοζώντανης φλογίτσας, μιλάς για διάφορα αδιάφορα κι έχω πάψει από ώρα να σ’ ακούω.
Με τα στόματα σφιγμένα, δοκιμάζουμε φιλιά που δε μας θέλουν. Τα δάχτυλά μου ανιχνεύουν διστακτικά τους δρόμους του κορμιού σου. Αφήνω το δικό μου στα χέρια σου. Δεν φαίνεται να θέλεις να το ζωντανέψεις. Κάνω να το πάρω πίσω και τ’ αρπάζεις ξαφνικά. Ψάχνεις τους δρόμους που γρήγορα θα φτάσουν στους αδένες μου. Βιάζεσαι. Βιάζομαι τώρα κι εγώ. Τα κορμιά δε δίνουν. Απαιτούν. Μα ούτε παίρνουν. Έχουμε ο ένας το κορμί του άλλου. Καθένας τις φαντασιώσεις του. Ξετινάζουμε την ηδονή απ’ τα σπλάχνα μας κι αφήνουμε τα σώματα να πέσουν άδεια επάνω στο λευκό σεντόνι. Πόσο είμαστε λίγοι. Μ’ ένα μαξιλάρι αγκαλιά ψάχνει καθένας τα μεθυσμένα όνειρά του. Όταν με ξυπνάς είσαι κιόλας ντυμένος, έτοιμος.
- Πρέπει να φύγω, λες. Ανάβεις τσιγάρο.
- Στάσου να κάνω καφέ. Δε γίνεται στεγνό το πρώτο τσιγάρο.
Παίρνω μια ρουφηξιά κι εγώ απ’ τον καφέ σου. Ανάβω το δικό μου τσιγάρο. Ανοίγω το μπαλκόνι στην ημέρα. Δε μιλάμε. Δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται. Σβήνεις το τσιγάρο σου στην μέση. Σηκώνεσαι. Σ’ ακολουθώ ως την πόρτα.
- Πάρε κανένα τηλέφωνο.
- Βεβαίως. Κι εσύ επίσης.
Κοντεύει μεσημέρι. Με το τσιγάρο μου και τον καφέ σου, μετρώ τις μέρες της άδειάς μου που ήθελα να σου χαρίσω. Πετώ στο νεροχύτη την κούπα, το τασάκι. Και το κορμί μου μέσα στην μπανιέρα. Μου κόβεται η ανάσα. Αλλά είναι λύτρωση το κρύο νερό. Ένα τσιγάρο ακόμα καθώς στεγνώνει το κορμί μου. Αδειάζω το σάκο πάνω στο κρεβάτι. Διαλέγω καθαρό μακό. Παίρνω το τζιν του ταξιδιού απ’ την κρεμάστρα. Γεμίζω το σάκο μου ξανά. Κλείνω με βία το μπαλκόνι. Το σπίτι μου δακρύζει. Γυρίζω τον διακόπτη του ηλεκτρικού. Κλειδώνω πίσω μου την πόρτα. Στην στροφή ένα ταξί.
- Στο σταθμό. Όχι. Στο λιμάνι. Ναι, στο λιμάνι.
Το πρώτο πλοίο φεύγει για το αγαπημένο μου Νησί. Δεν είναι μακριά. Πριν βραδιάσει έχω φτάσει.
Την Παρασκευή το βράδυ είσαι ‘κει. Χάνονται οι λέξεις μου μέσα στην έκπληξη.
- Έλεγες στον ύπνο σου για το Νησί._