Thursday

η πέτρα κι ο αφρός

Είν’ ακόμα στ’ ανοιχτά όταν τη βλέπει.
Ανασηκώνεται,
την προσκαλεί να τον προσέξει.
Καλεί τον άνεμο πιο δυνατά να τρέξει,
γοργά να φτάσει στην ακτή.
Η μόνη του λαχτάρα είναι
πότε κοντά της θα βρεθεί.
Σκαρφάλωσε στο κύμα και πηγαίνει,
με το ρυθμό που η θάλασσα ανασαίνει.
Ένα βήμα ολόκληρο μπροστά,
ύστερα λίγο πίσω πάλι,
για να ρίξει μια ματιά.
Έφτασε.
Μόλις η επόμενη εισπνοή του
τον χωρίζει τόσο δα από τη βούλησή του.
Τον έχει ήδη δει και τον προσμένει,
την εκπνοή του να ρουφήξει περιμένει.
Απλώνει επάνω της το πρώτο υγρό του χάδι,
στέκεται λίγο πίσω,
να τη δει ν’ απολαμβάνει,
απλώνεται ολόκληρος και την τυλίγει,
μες στ’ αφρογαλανό του την περιτυλίγει.
Τις γωνιές της μαλακώνει
και τις κόγχες καμπυλώνει.
Μες στα υγρά φιλιά του τη λειαίνει.
Την τραχύτητά της απαλαίνει.
Διάβρεχα δάχτυλα διανύουν
του κορμιού της κάθε πόντο.
Τη φρεσκάδα του ρουφάει,
με των κυττάρων κάθε πόρο.
Αφήνεται.
Ξανά από την αρχή
και πάλι,
το ταξίδι ξεκινά στη χώρα της.
Αναδιπλώνεται
κι ανατυλίγεται.
Μες στις νιογέννητες καμπύλες
που τη σμίλεψε,
μες στον πόθο που την καταυγάζει,
αστράφτει, κυλά κι εγκαταλείπεται.

No comments:

Post a Comment